Σοσιαλφασισμός


Δεν είναι αλήθεια ότι ο φασισμός είναι μονάχα μαχητική οργάνωση της αστικής τάξης. Ο φασισμός δεν είναι μονάχα πολεμικο-τεχνική κατηγορία. Ο φασισμός είναι μαχητική οργάνωση της αστικής τάξης που στηρίζεται στη δραστήρια υποστήριξη της σοσιαλδημοκρατίας. Η σοσιαλδημοκρατία είναι αντικειμενικά η μετριοπαθής πτέρυγα του φασισμού. Δεν έχουμε λόγους να παραδεχτούμε ότι η μαχητική οργάνωση της αστικής τάξης θα μπορούσε να σημειώσει αποφασιστικές επιτυχίες στην πάλη ή στη διακυβέρνηση της χώρας χωρίς τη δραστήρια υποστήριξη της σοσιαλδημοκρατίας. Άλλο τόσο δεν έχουμε πολλούς λόγους να νομίζουμε ότι η σοσιαλδημοκρατία μπορεί να σημειώσει αποφασιστικές επιτυχίες στην πάλη ή στη διακυβέρνηση της χώρας χωρίς τη δραστήρια υποστήριξη της μαχητικής οργάνωσης της αστικής τάξης. Αυτές οι οργανώσεις δεν αναιρούν, αλλά συμπληρώνουν η μια την άλλη. Δεν είναι αντίποδες, αλλά δίδυμα αδέρφια. Ο φασισμός είναι ένας αδιαμόρφωτος πολιτικός συνασπισμός αυτών των δυο βασικών οργανώσεων, που ξεπήδησε μέσα στις συνθήκες της μεταπολεμικής κρίσης του ιμπεριαλισμού και αποβλέπει στην πάλη ενάντια στην προλεταριακή επανάσταση. Η αστική τάξη δε μπορεί να κρατηθεί στην εξουσία χωρίς την ύπαρξη ενός τέτοιου συνασπισμού. Γι’ αυτό θα ήταν λάθος να νομίζουμε ότι “πασιφισμός” σημαίνει κατάργηση του φασισμού. “Πασιφισμός” στις σημερινές συνθήκες σημαίνει στερέωση του φασισμού με προώθηση στην πρώτη γραμμή της μετριοπαθούς, σοσιαλδημοκρατικής του πτέρυγας.

J.V.Stalin, “Concerning the International Situation“, 20/09/1924

Advertisements

Ι. Β. Στάλιν – Ο δεξιός κίνδυνος στο Κομμουνιστικό Κόμμα της Γερμανίας (1928)

Τα δύο πρώτα μέρη της ομιλίας αφορούν την καπιταλιστική κρίση και την ανάπτυξη των ταξικών αγώνων του προλεταριάτου. Παραλείπονται τα επόμενα μέρη που αφορούν ζητήματα το Κ.Κ.Γερμανίας και τη σύγκριση των δεξιών στη Γερμανία με τη δεξιά παρέκκλιση στην ΕΣΣΔ (μπουχαρινικοί). Η Κομμουνιστική Διεθνής, στο 6ο παγκόσμιο συνέδριό της το 1928, είχε προβέψει σωστά τη γενική τάση της “απότομης όξυνσης” της καπιταλιστικής κρίσης στην επερχόμενη (τρίτη) περίοδο,  του κλονισμού της σχετικής καπιταλιστικής σταθεροποίησης της προηγούμενης (δεύτερης) περιόδου 1924-1928. Μόλις ένα χρόνο μετά, το 1929, ξεσπάει η μεγάλη καπιταλιστική κρίση. Στο παρόν κείμενο, ο Στάλιν επιτίθεται στο ρεύμα του ΚΚΓ που βλέπει την καπιταλιστική σταθεροποίηση σαν ισχυρή και ακλόνητη και αντίστοιχα τους ταξικούς αγώνες της περιόδου μόνο ως αγώνες οπισθοφυλακής. Άπαντα, τόμος 11, σελ. 337-345.

“Για ψωμί και λευτεριά. Για μια σοβιετική Γερμανία”. Τα γραφεία του ΚΚΓ στο Βερολίνο στα 1930.

Ι. Β. Στάλιν – Ο δεξιός κίνδυνος στο Κομμουνιστικό Κόμμα της Γερμανίας (1928)

Λόγος στη συνεδρίαση του Προεδρείου της ΕΕ της ΚΔ

19 Δεκέμβρη 1928

Σύντροφοι! Επειδή ο σ. Μολότοφ ανέπτυξε ήδη εδώ την άποψη της αντιπροσωπείας του ΚΚ (Μπ.) της ΕΣΣΔ, δε μου μένει να πω παρά μόνο λίγα λόγια. Σκέφτομαι να θίξω τρία ζητήματα που ανέκυψαν στην πορεία των συζητήσεων, κι αυτά στα πεταχτά.

Τα ζητήματα αυτά είναι: το πρόβλημα της καπιταλιστικής σταθεροποίησης, το πρόβλημα των ταξικών αγώνων του προλεταριάτου σε συνδυασμό με την κλονιζόμενη σταθεροποίηση και το πρόβλημα του Κομμουνιστικού Κόμματος της Γερμανίας.

Πρέπει να διαπιστώσω με λύπη μου ότι και στα τρία αυτά ζητήματα ο Έμπερ-Ντρο και ο Σέρρα πέσανε και οι δυο τους στο βάλτο του δειλού οπορτουνισμού. Η αλήθεια είναι ότι ως τώρα ο Έμπερ-Ντρο εκδηλώθηκε μόνο σε τυπικά ζητήματα. Όμως εγώ έχω υπόψη μου το θεμελιακό του λόγο στη συνεδρίαση της Πολιτικής Γραμματείας της ΕΕ της ΚΔ, όπου συζητήθηκε το ζήτημα των δεξιών και των συμφιλιωτών του Κομμουνιστικού Κόμματος της Γερμανίας. Νομίζω πως αυτός ακριβώς ο λόγος αποτελεί την ιδεολογική βάση της θέσης που πήρε η μειοψηφία του Προεδρείου της ΕΕ της ΚΔ σ’ αυτή τη συνεδρίαση. Γι’ αυτό δεν μπορούμε ν’ αποσιωπήσουμε το θεμελιακό λόγο του Έμπερ-Ντρο στη συνεδρίαση της Πολιτικής Γραμματείας της ΕΕ της ΚΔ.

Είπα ότι ο Έμπερ-Ντρο και ο Σέρρα έπεσαν στο βάλτο του δειλού οπορτουνισμού. Τι σημαίνει αυτό; Αυτό σημαίνει ότι, εκτός απ’ τον ανοιχτό οπορτουνισμό, υπάρχει και ο καμουφλαρισμένος οπορτουνισμός που φοβάται να δείξει το πραγματικό του πρόσωπο. Κι ακριβώς αυτός είναι ο οπορτουνισμός του συμφιλιωτισμού απέναντι στη δεξιά παρέκκλιση. Ο συμφιλιωτισμός είναι δειλός οπορτουνισμός. Πρέπει, επαναλαμβάνω, να διαπιστώσω με λύπη μου ότι και οι δυο αυτοί σύντροφοί μας έπεσαν στο βάλτο του δειλού οπορτουνισμού.

Επιτρέψτε μου να σας το αποδείξω αυτό με μερικά γεγονότα.

Ι.

Το πρόβλημα της καπιταλιστικής σταθεροποίησης

Η Κομμουνιστική Διεθνής ξεκινά από το γεγονός ότι η σημερινή καπιταλιστική σταθεροποίηση είναι σταθεροποίηση προσωρινή, ασταθής, ετοιμόρροπη, σάπια, που θα κλονίζεται ολοένα και περισσότερο στο βαθμό της παραπέρα ανάπτυξης της καπιταλιστικής κρίσης.

Αυτό δεν αντιφάσκει καθόλου στο πασίγνωστο γεγονός ότι η καπιταλιστική τεχνική και η ορθολογιστική οργάνωση αναπτύσσονται. Κάτι περισσότερο: ακριβώς πάνω στη βάση αυτής της ανάπτυξης μεγαλώνει η εσωτερική σαπίλα και η ασθενικότητα της σταθεροποίησης.

Τι μας είπε, όμως, ο Έμπερ-Ντρο στο λόγο του στην Πολιτική Γραμματεία της ΕΕ της ΚΔ; Αρνήθηκε εκεί ορθά-κοφτά τη σαθρότητα και την αστάθεια της σταθεροποίησης. Στο λόγο του δηλώνει ανοιχτά ότι “το 6ο Παγκόσμιο Συνέδριο καταδίκασε ουσιαστικά τη γενική πλαδαρή διατύπωση, για σάπια, σαθρή κτλ. σταθεροποίηση”. Δηλώνει ανοιχτά, ότι στη γνωστή θέση του 6ου Συνεδρίου για την τρίτη περίοδο δεν υπάρχει ούτε λέξη για σαθρότητα της σταθεροποίησης. Μπορούμε άραγε να θεωρήσουμε σωστό αυτό τον ισχυρισμό του Έμπερ-Ντρο; Όχι, δεν μπορούμε. Δεν μπορούμε, γιατί το 6ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς βεβαιώνει κάτι το διαμετρικά αντίθετο από κείνο που μας λέει ο Έμπερ-Ντρο στο λόγο του. Το 6ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς, στην παράγραφο για την τρίτη περίοδο, λέει κατηγορηματικά ότι

“η περίοδος αυτή (δηλαδή η τρίτη περίοδος. Ι.Στ.), οδηγεί αναπόφευκτα μέσω της παραπέρα ανάπτυξης των αντιθέσεων της καπιταλιστικής σταθεροποίησης στον παραπέρα κλονισμό της καπιταλιστικής σταθεροποίησης και στην απότομη όξυνση της γενικής κρίσης του καπιταλισμού”.

Προσέξτε – “παραπέρα κλονισμός της σταθεροποίησης”… Τι σημαίνει αυτό; Αυτό σημαίνει ότι η σταθεροποίηση από τώρα κιόλας είναι σαθρή και ασταθής, ότι μέσα στις συνθήκες της τρίτης περιόδου θα κλονίζεται ακόμα πιο πολύ. Και ο Έμπερ-Ντρο τολμά να εμπαίζει όλους εκείνους, μαζί και το Κομμουνιστικό Κόμμα της Γερμανίας, που δηλώνουν ότι η σταθεροποίηση είναι σαθρή και σάπια, που δηλώνουν ότι η σημερινή πάλη της εργατικής τάξης υποσκάφτει και αποσυνθέτει την καπιταλιστική σταθεροποίηση. Ποιον εμπαίζει ο Έμπερ-Ντρο; Είναι φανερό ότι εμπαίζει τις αποφάσεις του 6ου Συνεδρίου.

Βγαίνει λοιπόν το συμπέρασμα ότι ο Έμπερ-Ντρο με το πρόσχημα της υπεράσπισης των αποφάσεων του 6ου Συνεδρίου της Κομμουνιστικής Διεθνούς στην πραγματικότητα αναθεωρεί αυτές τις αποφάσεις, κατρακυλώντας, έτσι, στην οπορτουνιστική αντίληψη για τη σταθεροποίηση.

Έτσι έχει το πράγμα απ’ την τυπική πλευρά του ζητήματος.

Ας περάσουμε τώρα στην εξέταση της ουσίας του ζητήματος. Αν δεν μπορούμε να ονομάσουμε τη σημερινή σταθεροποίηση ούτε σαθρή, ούτε σάπια, ούτε ασταθή, τότε τι λογής τέλος πάντων σταθεροποίηση είναι αυτή; Ένα μένει μονάχα, να αναγνωρίσουμε ότι είναι σταθερή ή εν πάση περιπτώσει σταθεροποίηση που δυναμώνει. Αν όμως έχουμε να κάνουμε με μια καπιταλιστική σταθεροποίηση που δυναμώνει, τότε σε τι ανάγεται η λεγόμενη κρίση του παγκόσμιου καπιταλισμού που οξύνεται και βαθαίνει; Δεν είναι φανερό ότι για το βάθαιμα της καπιταλιστικής κρίσης δεν υπάρχει εδώ θέση; Μήπως δεν είναι φανερό ότι ο Έμπερ-Ντρο μπερδεύτηκε μέσα στις ίδιες του τις αντιφάσεις;
Παραπέρα. Ο Λένιν έλεγε ότι η ανάπτυξη του καπιταλισμού στις συνθήκες του ιμπεριαλισμού αποτελεί ένα δίπλευρο προτσές: απ’ τη μια πλευρά, ανάπτυξη του καπιταλισμού σε μερικές χώρες, κι απ’ την άλλη πλευρά, σάπισμα του καπιταλισμού σε άλλες χώρες. Είναι σωστή άραγε αυτή η θέση του Λένιν; Κι αν είναι σωστή, δεν είναι τότε φανερό, ότι η καπιταλιστική σταθεροποίηση δεν μπορεί παρά να είναι σάπια;

Τέλος, λίγα λόγια για μια σειρά πασίγνωστα γεγονότα.

Έχουμε γεγονότα, όπως οι απεγνωσμένες συγκρούσεις των ιμπεριαλιστικών ομάδων για τις αγορές πούλησης εμπορευμάτων, για τις αγορές εξαγωγής κεφαλαίων.

Έχουμε γεγονότα, όπως η ξέφρενη ένταση των εξοπλισμών στις καπιταλιστικές χώρες, η δημιουργία νέων στρατιωτικών συμμαχιών και η ολοφάνερη προετοιμασία για νέους ιμπεριαλιστικούς πολέμους.

Έχουμε γεγονότα, όπως η όξυνση των αντιθέσεων ανάμεσα στους δυο γίγαντες του ιμπεριαλισμού, ανάμεσα στην Αμερική και την Αγγλία, που προσπαθούν να τραβήξουν στην τροχιά τους όλα τα άλλα κράτη.

Έχουμε, τέλος, γεγονότα, όπως η ύπαρξη της Σοβιετικής Ένωσης, η ανάπτυξη και η προκοπή της Σοβιετικής Ένωσης σε όλους τους τομείς της οικοδόμησης, και στον οικονομικό, και στον πολιτιστικό-πολιτικό τομέα, της Σοβιετικής Ένωσης, που και μόνο με την ύπαρξή της, χωρίς να αναφέρω την ανάπτυξή της, κλονίζει και αποσυνθέτει τα ίδια τα βάθρα του παγκόσμιου καπιταλισμού.

Πως μπορούν, ύστερα απ’ όλα αυτά, μαρξιστές, λενινιστές, κομμουνιστές να ισχυρίζονται ότι η καπιταλιστική σταθεροποίηση δεν είναι σαθρή και σάπια, ότι δεν κλονίζεται απ’ την ίδια την πορεία των πραγμάτων χρόνο με το χρόνο, μέρα με τη μέρα;

Μαντεύει άραγε ο Έμπερ-Ντρο και μαζί μ’ αυτόν και ο Σέρρα, σε τι βάλτο πέφτουν;

Με το λάθος αυτό συνδέονται και τα υπόλοιπα λάθη του Έμπερ-Ντρο και του Σέρρα.

ΙΙ.

Το πρόβλημα των ταξικών αγώνων του προλεταριάτου

Το ίδιο λαθεμένη είναι η θέση του Έμπερ-Ντρο στο ζήτημα των ταξικών αγώνων του προλεταριάτου στις καπιταλιστικές χώρες, στο ζήτημα του χαρακτήρα τους, της σημασίας τους. Απ’ το λόγο του Έμπερ-Ντρο στη συνεδρίαση της Πολιτικής Γραμματείας προκύπτει ότι η πάλη της εργατικής τάξης, οι αυθόρμητες συγκρούσεις της με τους καπιταλιστές έχουν βασικά μόνο αμυντικό χαρακτήρα, ότι η καθοδήγηση αυτής της πάλης από μέρους των κομμουνιστικών κομμάτων πρέπει να γίνεται μόνο μέσα στα πλαίσια των ρεφορμιστικών συνδικάτων που υπάρχουν.
Είναι σωστό αυτό; Όχι, δεν είναι σωστό. Το να υποστηρίζεις ένα τέτοιο πράγμα, σημαίνει ότι σέρνεσαι στην ουρά των γεγονότων. Ο Έμπερ-Ντρο ξεχνά πως η πάλη της εργατικής τάξης διεξάγεται τώρα πάνω στη βάση μιας σταθεροποίησης που κλονίζεται, ότι οι αγώνες της εργατικής τάξης έχουν συχνά χαρακτήρα μαχών εκ συναντήσεως, αντεπιθέσεων και άμεσης επίθεσης ενάντια στους καπιταλιστές. Ο Έμπερ-Ντρο δε βλέπει τίποτε το καινούριο στους αγώνες της εργατικής τάξης της τελευταίας περιόδου. Δε βλέπει τέτοια γεγονότα όπως είναι η γενική απεργία του Λοτζ, οι οικονομικές απεργίες για την καλυτέρευση των συνθηκών δουλειάς στη Γαλλία, Τσεχοσλοβακία, Γερμανία, η ισχυρή κινητοποίηση των προλεταριακών δυνάμεων της Γερμανίας στους αγώνες ενάντια στο λοκ-άουτ που κήρυξαν οι βιομήχανοι κατά των μεταλλουργών κτλ κτλ.

Τι δείχνουν αυτά και άλλα παρόμοια γεγονότα, τι σινιάλα μας δίνουν; Δείχνουν ότι στα σπλάχνα των καπιταλιστικών χωρών αναπτύσσονται οι προϋποθέσεις νέας επαναστατικής ανόδου του εργατικού κινήματος. Κι αυτό ακριβώς είναι το καινούριο που δε βλέπουν, δεν παρατηρούν οι Έμπερ-Ντρο και Σέρρα και που γενικά δε θα το παρατηρήσουν ποτέ οι σύντροφοι που συνήθισαν να βλέπουν πίσω και όχι μπρος.

Και τι σημαίνει να κοιτάς πίσω και όχι μπρος; Σημαίνει να σέρνεσαι στην ουρά των γεγονότων, να μη βλέπεις το καινούριο στα γεγονότα και να αιφνιδιάζεσαι. Σημαίνει να αρνηθείς τον καθοδηγητικό ρόλο των κομμουνιστικών κομμάτων στο εργατικό κίνημα. Και εδώ ακριβώς απότυχε η καθοδήγηση του Κομμουνιστικού Κόμματος της Γερμανίας τον καιρό της επανάστασης του 1923. Γι’ αυτό όποιος δε θέλει να επαναλάβει τα λάθη του 1923, πρέπει να ξυπνάει τη σκέψη των κομμουνιστών και να τους προτρέπει να βαδίζουν εμπρός, πρέπει να ετοιμάζει τις μάζες για τους επερχόμενους αγώνες, πρέπει να πάρει όλα τα μέτρα για να μη βρεθούν τα κομμουνιστικά κόμματα στην ουρά των γεγονότων και η εργατική τάξη να μην αιφνιδιαστεί.

Είναι πολύ παράξενο, ότι ο Έμπερ-Ντρο και ο Σέρρα το ξεχνούν αυτό.

Στην περίοδο των αγώνων του Ρουρ, οι γερμανοί κομμουνιστές διαπίστωσαν το γνωστό γεγονός ότι οι ανοργάνωτοι εργάτες αποδείχτηκαν πιο επαναστάτες απ’ τους οργανωμένους στα συνδικάτα. Αυτό έκανε τον Έμπερ-Ντρο ν’ αγανακτήσει και να ισχυρίζεται ότι τέτοιο πράγμα δεν μπορούσε να συμβεί. Παράξενο πράγμα! Γιατί δεν μπορούσε να συμβεί; Στο Ρουρ υπάρχουν περίπου ένα εκατομμύριο εργάτες. Απ’ αυτούς είναι οργανωμένοι σε συνδικάτα περίπου διακόσιες χιλιάδες. Τα συνδικάτα τα καθοδηγούν γραφειοκράτες-ρεφορμιστές, που είναι συνδεμένοι με την τάξη των καπιταλιστών μ’ όλα τα νήματα. Τι το εκπληκτικό λοιπόν, αν οι ανοργάνωτοι εργάτες αποδείχτηκαν πιο επαναστάτες απ’ τους οργανωμένους; Μα μήπως μπορούσε να γίνει και διαφορετικά;

Θα μπορούσα να σας διηγηθώ απ’ την ιστορία του επαναστατικού κινήματος στη Ρωσία γεγονότα πιο “εκπληκτικά”. Συχνά μας συνέβαινε, οι μάζες ν’ αποδείχνονται πιο επαναστατικές από τους δικούς τους (μερικούς) κομμουνιστές αρχηγούς. Αυτό το ξέρουν πολύ καλά όλοι οι ρώσοι μπολσεβίκοι. Κι απ’ αυτό ακριβώς ξεκινούσε ο Λένιν, όταν έλεγε, ότι δεν πρέπει μόνο να διδάσκουμε τις μάζες, μα και να διδασκόμαστε απ’ τις μάζες. Δεν πρέπει να εκπλησσόμαστε απ’ αυτά τα γεγονότα, αλλά από το γεγονός ότι ο Έμπερ-Ντρο δεν καταλαβαίνει αυτά τα απλά πράγματα της επαναστατικής πρακτικής.

Το ίδιο ακριβώς πρέπει να πούμε και για το Σέρρα. Αυτός δεν εγκρίνει το ότι οι γερμανοί κομμουνιστές, στην πάλη για την οργάνωση των μεταλλουργών που υποβλήθηκαν σε λοκ-άουτ, βγήκαν έξω από τα πλαίσια των συνδικάτων που υπήρχαν και έσπασαν τα πλαίσια αυτά. Αυτό το βλέπει σαν παράβαση των αποφάσεων του 4ου Συνεδρίου της Συνδικαλιστικής Διεθνούς. Βεβαιώνει ότι η Συνδικαλιστική Διεθνής υπόδειξε στους κομμουνιστές να δουλεύουν μόνο μέσα στα συνδικάτα. Αυτά είναι κουταμάρες, σύντροφοι! Η συνδικαλιστική Διεθνής δεν υπόδειξε τίποτε τέτοιο. Το να μιλάς έτσι, σημαίνει ότι καταδικάζεις το κομμουνιστικό κόμμα στο ρόλο του παθητικού θεατή των ταξικών αγώνων του προλεταριάτου. Το να μιλάς έτσι, σημαίνει ότι θάβεις την ιδέα του καθοδηγητικού ρόλου του κομμουνιστικού κόμματος στο εργατικό κίνημα.

Η υπηρεσία των γερμανών κομμουνιστών βρίσκεται ακριβώς στο ότι δεν τρόμαξαν από τη φλυαρία για τα “συνδικαλιστικά πλαίσια” και υπερπήδησαν αυτά τα πλαίσια, οργανώνοντας την πάλη των ανοργάνωτων εργατών παρά τη θέληση των συνδικαλιστών γραφειοκρατών. Η υπηρεσία των γερμανών κομμουνιστών βρίσκεται ακριβώς στο ότι αναζήτησαν και βρήκαν νέες μορφές πάλης και οργάνωσης των ανοργάνωτων εργατών. Πιθανό να έκαναν στην περίπτωση αυτή μια σειρά επουσιώδη λάθη. Μα σε μια καινούρια δουλειά πάντοτε γίνονται λάθη. Από το γεγονός ότι πρέπει να δουλεύουμε στα ρεφορμιστικά συνδικάτα, εφόσον βέβαια τα συνδικάτα αυτά είναι μαζικές οργανώσεις, δε βγαίνει καθόλου το συμπέρασμα ότι πρέπει να περιορίζουμε τη μαζική μας δουλειά στη δουλειά μέσα στα ρεφορμιστικά συνδικάτα, ότι πρέπει να γίνουμε σκλάβοι των κανονισμών και των απαιτήσεων αυτών των συνδικάτων. Αν η ρεφορμιστική καθοδήγηση συγχωνεύεται με τον καπιταλισμό (βλ. Αποφάσεις του 6ου Συνεδρίου της Κομμουνιστικής Διεθνούς και του 4ου Συνεδρίου της Συνδικαλιστικής Διεθνούς), και η εργατική τάξη παλαίβει ενάντια στον καπιταλισμό, τότε μπορούμε άραγε να ισχυριζόμαστε ότι η πάλη της εργατικής τάξης, που καθοδηγείται απ’ το κομμουνιστικό κόμμα, μπορεί να διεξαχθεί, χωρίς να σπάσει ως ένα βαθμό τα υπάρχοντα ρεφορμιστικά πλαίσια των συνδικάτων; Είναι φανερό πως δεν μπορούμε να υποστηρίζουμε ένα τέτοιο πράγμα χωρίς να πέσουμε στον οπορτουνισμό. Γι’ αυτό είναι εύκολο να φανταστεί κανείς μια τέτοια κατάσταση, στην οποία να είναι αναγκαία η δημιουργία παράλληλων μαζικών ενώσεων της εργατικής τάξης, παρά τη θέληση των πουλημένων στους καπιταλιστές συνδικαλιστών δαμαϊλάμηδων. Μια τέτοια κατάσταση έχουμε κιόλας στην Αμερική. Πολύ πιθανό το ζήτημα να πάρει την ίδια τροπή και στη Γερμανία.

[…]

Ενιαίος ή διασπασμένος ο ιμπεριαλιστικός κόσμος;

Απόσπασμα από το έργο το Λένιν “Σχετικά με τη γελοιογραφία του μαρξισμού και τον ιμπεριαλιστικό οικονομισμό”. Διατηρήθηκε η ορθογραφία και η διαμόρφωση του πρωτότυπου κειμένου. Εκδόσεις Προγκρές, 1984, σελ. 34-37.

5. ΓΙΑ «ΤΟ ΜΟΝΙΣΜΟ ΚΑΙ ΤΟ ΔΥΙΣΜΟ»

Κατηγορώντας μας για «δυιστική ερμηνεία του αιτήματος», ο Π. Κίεβσκι γράφει:

«Η μονιστική δράση της Διεθνούς αντικαθίσταται με τη δυιστική προπαγάνδα».

Αυτό ηχεί εντελώς μαρξιστικά, υλιστικά: η δράση που είναι ενιαία αντιπαρατίθεται στην προπαγάνδα που είναι «δυιστική». Δυστυχώς, εξετάζοντας το πράγμα από πιο κοντά, οφείλουμε να πούμε ότι πρόκειται για «μονισμό» στα λόγια, ίδιο με το «μονισμό» του Ντύρινγκ. «Με το να κατατάξουμε σε μια ενιαία κατηγορία τη βούρτσα των παπουτσιών και τα θηλαστικά —έγραφε ο Ένγκελς ενάντια στο «μονισμό» του Ντύρινγκ— η βούρτσα δεν θα βγάλει μαστούς».

Αυτό σημαίνει ότι «ενιαία» μπορούμε να αποκαλούμε μόνο πράγματα, ιδιότητες, φαινόμενα και ενέργειες που είναι ενιαία στην αντικειμενική πραγματικότητα. Αυτήν ακριβώς τη «λεπτομέρεια» ξέχασε ο αρθρογράφος μας!

Βλέπει το «δυϊσμό» μας, πρώτο, στο ότι από τους εργάτες των καταπιεζόμενων εθνών εμείς πρωτ’ απόλα δεν ζητάμε —πρόκειται για το εθνικό ζήτημα— αυτό που ζητάμε από τους εργάτες των καπιταλιστικών εθνών.

Για να εξακριβώσουμε, αν ο «μονισμός» του Π. Κίεβσκι είναι εδώ «μονισμός» του Ντύρινγκ, πρέπει να δούμε πώς έχει το ζήτημα στην αντικειμενική πραγματικότητα.

Είναι ίδια η πραγματική κατάσταση των εργατών στα καταπιεστικά και τα καταπιεζόμενα έθνη όσον αφορά το εθνικό ζήτημα;

Όχι, δεν είναι ίδια.

(1) Οικονομικά η διαφορά είναι ότι ορισμένες μερίδες της εργατικής τάξης των καταπιεστικών χωρών παίρνουν ψίχουλα από το υπερκέρδος που βγάζουν οι αστοί των καταπιεστικών εθνών, διπλογδέρνοντας πάντα τους εργάτες των καταπιεζόμενων εθνών. Τα οικονομικά στοιχεία λένε, επιπλέον, ότι είναι μεγαλύτερο το ποσοστό των εργατών των καταπιεστικών εθνών που γίνονται «μαστόροι», παρά των εργατών των καταπιεζόμενων εθνών — ότι είναι μεγαλύτερο το ποσοστό που υψώνεται στην αριστοκρατία της εργατικής τάξης* [*Βλ πχ το αγγλικό βιβλίο του Γκούρβιτς, για τη μετανάστευση και την κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αμερική («Immigration and Labor») («Μετανάστευση και εργασία» Η Σύντ).] Αυτό είναι γεγονός. Οι εργάτες του καταπιεστικού έθνους είναι ως ένα ορισμένο βαθμό συμμέτοχοι της αστικής τους τάξης στο έργο της καταλήστευσης απ’ αυτήν των εργατών (και των μαζών του πληθυσμού) του καταπιεζόμενου έθνους.

(2) Πολιτικά η διαφορά είναι ότι οι εργάτες των καταπιεστικών εθνών κατέχουν προνομιακή θέση σε μια ολόκληρη σειρά τομείς της πολιτικής ζωής σε σύγκριση με τους εργάτες του καταπιεζόμενου έθνους.

(3) Ιδεολογικά ή πνευματικά η διαφορά είναι ότι οι εργάτες των καταπιεστικών εθνών διαπαιδαγωγούνται πάντοτε και από το σχολείο και από τη ζωή με το πνεύμα της καταφρόνησης προς τους εργάτες των καταπιεζόμενων εθνών. Λογουχάρη, κάθε μεγαλορώσος, που έχει ανατραφεί ή ζήσει ανάμεσα σε μεγαλορώσους, αυτό το έχει δοκιμάσει.

Έτσι λοιπόν στην αντικειμενική πραγματικότητα υπάρχει διαφορά σ’ όλη τη γραμμή, δηλ. «δυϊσμός» στον αντικειμενικό κόσμο, που δεν εξαρτάται από τη θέληση και τη συνείδηση των διαφόρων προσώπων.

Πώς λοιπόν να χαρακτηρίσουμε ύστερα απ’αυτά, τα λόγια του Π. Κίεβσκι για «μονιστική δράση της Διεθνούς»;

Κούφια ηχηρή φράση και τίποτε περισσότερο.

Για να είναι ενιαία η δράση της Διεθνούς που στη ζωή αποτελείται από εργάτες, χωρισμένους σε εργάτες που ανήκουν σε καταπιεστικά έθνη και εργάτες που ανήκουν σε καταπιεζόμενα έθνη, για το σκοπό αυτό είναι απαραίτητο να μη διεξάγεται η προπαγάνδα με τον ίδιο τρόπο και στη μια και στην άλλη περίπτωση: να πως πρέπει να σκεπτόμαστε από τη σκοπιά του πραγματικού (κι όχι του ντυρινγκικού) «μονισμού», από τη σκοπιά του υλισμού του Μαρξ!

Παράδειγμα; Παράδειγμα έχουμε φέρει ήδη (στο νόμιμο τύπο εδώ και πάνω από 2 χρόνια!) σχετικά με τη Νορβηγία και κανένας δεν αποπειράθηκε να μας διαψεύσει. Η δράση των νορβηγών και σουηδών εργατών σ’ αυτή τη συγκεκριμένη περίπτωση που πάρθηκε από τη ζωή ήταν «μονιστική», ενιαία, διεθνιστική μόνο για το λόγο και στο μέτρο που οι σουηδοί εργάτες υπεράσπιζαν χωρίς όρους την ελευθερία του αποχωρισμού της Νορβηγίας, ενώ οι νορβηγοί εργάτες έβαζαν υπό όρους το ζήτημα αυτού του αποχωρισμού. Αν οι σουηδοί εργάτες δεν ήταν χωρίς όρους υπέρ της ελευθερίας αποχωρισμού των νορβηγών, θα ήταν σωβινιστές, συνένοχοι του σωβινισμού των σουηδών τσιφλικάδων που ήθελαν να «κρατήσουν» με τη βία, με τον πόλεμο τη Νορβηγία. Αν οι νορβηγοί εργάτες δεν έβαζαν υπό όρους το ζήτημα του αποχωρισμού, δηλ. έτσι που να μπορούν και τα μέλη του Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος να ψηφίσουν και να κάνουν προπαγάνδα ενάντια στον αποχωρισμό, τότε οι νορβηγοί εργάτες θα παρέβαιναν το χρέος τους σαν διεθνιστές και θα έπεφταν σ’ ένα στενό, αστικό νορβηγικό εθνικισμό. Γιατί; Επειδή τον αποχωρισμό τον πραγματοποιούσε η αστική τάξη κι όχι το προλεταριάτο! Επειδή η νορβηγική (όπως και κάθε άλλη) αστική τάξη προσπαθεί πάντοτε να διασπάσει τους εργάτες της χώρας της και της «ξένης» χώρας! Επειδή οποιαδήποτε δημοκρατική διεκδίκηση (μαζί και η αυτοδιάθεση) για τους συνειδητούς εργάτες υποτάσσεται στα ανώτερα συμφέροντα του σοσιαλισμού. Αν λ.χ. ο αποχωρισμός της Νορβηγίας από τη Σουδία σήμαινε σίγουρα ή πιθανά πόλεμο της Αγγλίας με τη Γερμανία, οι νορβηγοί εργάτες θα έπρεπε για το λόγο αυτό να είναι ενάντια στον αποχωρισμό. Και οι σουηδοί εργάτες θα αποκτούσαν το δικαίωμα και τη δυνατότητα, χωρίς να πάψουν να είναι σοσιαλιστές, να κάνουν ζύμωση σε παρόμοια περίπτωση ενάντια στον αποχωρισμό μόνο στην περίπτωση που θα αγωνίζονταν συστηματικά, με συνέπεια συνεχώς ενάντια στη σουηδική κυβέρνηση για την ελευθερία αποχωρισμού της Νορβηγίας. Σε αντίθετη περίπτωση οι νορβη­γοί εργάτες και ο νορβηγικός λαός δεν θα πίστευαν και δεν θα μπορούσαν να πιστέψουν στην ειλικρίνεια της συμβουλής των σουηδών εργατών.

Όλο το κακό για τους αντιπάλους της αυτοδιάθεσης προέρχεται από το ότι προσπαθούν να ξεμπλέξουν με νεκρές αφαιρέσεις φοβούμενοι να ξεδιαλύνουν ολοκληρωτικά έστω και ένα συγκεκριμένο παράδειγμα από τη ζωντανή πραγματικότητα. Η συγκεκριμένη υπόδειξη των θέσεών μας ότι ένα νέο πολωνικό κράτος είναι τώρα πέρα για πέρα «πραγματοποιήσιμο», σε ένα ορισμένο συνδυασμό αποκλειστικά στρατιωτικών, στρατηγικών όρων* [* Βλ Άπαντα, 5η έκδ, τόμ 27ος. σελ. 257-258 Η Σύντ.], δεν βρήκε αντιρήσεις ούτε από την πλευρά των πολωνών, ούτε από την πλευρά του Π. Κίεβσκι. Κανένας όμως δεν θέλησε να σκεφθεί τι προκύπτει απ’ αυτή τη σιωπηρή αναγνώριση του δίκιου μας. Μα από δω προκύπτει ολοφάνερα ότι η προπαγάνδα των διεθνιστών δεν μπορεί να είναι ίδια ανάμεσα στους ρώσους και ανάμεσα στους πολωνούς, αν θέλει να διαπαιδαγωγήσει και τους μεν και τους δε για μια «ενιαία δράση». Ο μεγαλορώσος (και ο γερμανός) εργάτης έχει την υποχρέωση να είναι υπέρ της ελευθερίας αποχωρισμού της Πολωνίας χωρίς όρους, επειδή αλλιώς στην πράξη, τώρα θα είναι ένας λακές του Νικολάου Β’ ή του Χίντενμπουργκ. Ο πολωνός εργάτης θα μπορούσε να είναι υπέρ του αποχωρισμού μόνο με όρους, επειδή το να σπεκουλάρει κανείς (όπως τα φράκα) στη νίκη της μιας ή της άλλης ιμπεριαλιστικής αστικής τάξης σημαίνει ότι γίνεται λακές της. Το να μην καταλάβει κανείς αυτή τη διαφορά που είναι προϋπόθεση της «μονιστικής δράσης» της Διεθνούς, είναι το ίδιο σαν να μην καταλαβαίνει γιατί για μια «μονιστική ενέργεια» ενάντια στον τσαρικό στρατό, ας υποθέσουμε, έξω από τη Μόσχα, τα επαναστατικά στρατεύματα από το Νίζνι θα έπρεπε να βαδίσουν δυτικά, ενώ από το Σμολένσκ θα έπρεπε να βαδίσουν ανατολικά.

Ι. Β. Στάλιν – Το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα της Ρωσίας και τα άμεσα καθήκοντά του (1901)

Το κείμενο είναι παρμένο από τα Άπαντα, τόμος 1, εκδοτικό της ΚΕ του ΚΚΕ, 1952. Διατηρήθηκε η ορθογραφία και η διαμόρφωση του πρωτότυπου.

Ι

Η ανθρώπινη σκέψη χρειάστηκε να δοκιμάσει πολλά βάσανα, μαρτύρια και αλλαγές, πριν να φτάσει στο σοσιαλισμό τον επιστημονικά δουλεμένο και επιστημονικά θεμελιωμένο. Οι σοσιαλιστές της Δυτικής Ευρώπης για πολύν καιρό βρέθηκαν υποχρεωμένοι να περιπλανιένται στα σκοτάδια μέσα στην έρημο του ουτοπικού (του ανεπίτευκτου και απραγματοποίητου) σοσιαλισμού, πριν ν’ ανοίξουν το δρόμο τους, ερευνήσουν και θεμελιώσουν τους νόμους της κοινωνικής ζωής και συμπεράνουν από δω οτι ο σοσιαλισμός είναι απαραίτητος για την ανθρωπότητα. Από τις αρχές του περασμένου αιώνα η Ευρώπη έδοσε πολλούς θαρραλέους, γεμάτους αυτοθυσία και τίμιους εργάτες της επιστημης, που προσπάθησαν να εξηγήσουν και να λύσουν το πρόβλημα τί μπορεί να σώσει την ανθρωπότητα από την αρρώστια, που μεγαλώνει ολοένα και επιδεινώνεται με την άνάπτυξη του εμπορίου και της βιομηχανίας. Πέρασαν πολλές θύελες και χύθηκαν χείμαροι από αίμα στη Δυτική Ευρώπη με σκοπό να εκμηδενιστεί η καταπίεση της πλειοψηφίας από τη μειοψηφία, μα η συμφορά δεν εξαφανιζόταν, οι πληγές έμεναν πάντα ανοιχτές και τα βάσανα γίνονταν κάθε μέρα και πιο αβάσταχτα. Μια από τις κυριότερες αιτίες αυτού του φαινομένου πρέπει να θεωρείται το γεγονός ότι ο ουτοπικός σοσιαλισμός δέν ξεκαθάριζε τους νόμους της κοινωνικής ζωής, αλλά βρισκόταν στα σύννεφα, μακριά από τη ζωή, έτεινε προς τα ύψη, ενώ χρειαζόταν γερή επαφή με την πραγματικότητα. Οι ουτοπιστές έβαζαν σαν άμεσο σκοπό τους την πραγματοποίηση του σοσιαλισμού, τότε που στη ζωή δεν υπήρχε καθόλου το έδαφος για την πραγματοποίησή του και πράγμα που είχε ακόμα πιο θλιβερά αποτελέσματα —οι ουτοπιστές περίμεναν να πραγματοποιήσουν το σοσιαλισμό οι ισχυροί αυτού του κόσμου, που κατά τη γνώμη τους μπορούσαν εύκολα να πειστούν για την ορθότητα του σοσιαλιστικού ιδανικού (Ρόμπερτ Όουεν, Λουί Μπλάν, Φουριέ και άλλοι). Η αντιληψη αυτή επισκίαζε ολότελα το πραγματικό εργατικό κίνημα και την εργατική μάζα, που είναι ο μοναδικός και φυσικός φορέας του σοσιαλιστικού ιδανικού. Οι ουτοπιστές δε μπορούσαν να καταλάβουν αυτό το πράγμα. Ήθελαν να δημιουργήσουν την ευτυχία πάνω στη γη με νομοθετικά μέτρα, με διακηρύξεις, χωρίς τη βοήθεια του ίδιου του λαού (των εργατών). Όσο για το εργατικό κίνημα, δεν του έδιναν και μεγάλη προσοχή και μάλιστα πολύ συχνά αρνούνταν τη σημασία του. Απ’ αυτό το γεγονός οι θεωρίες τους έμειναν μόνο θεωρίες, οι όποιες άφηναν ασυγκίνητη την εργατική μάζα, που μέσα της, εντελώς ανεξάρτητα από αυτές τις θεωρίες, ωρίμαζε η μεγάλη ιδέα που διακήρυξε στα μισά του περασμένου αιώνα η μεγαλοφυΐα του Καρλ Μαρξ: «Η απελευθέρωση της εργατικής τάξης μπορεί να είναι έργο μόνο της ίδιας της εργατικής τάξης… Προλετάριοι όλων των χωρών ενωθείτε!».

Continue reading

Posted in κλασικοί | Comments Off on Ι. Β. Στάλιν – Το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα της Ρωσίας και τα άμεσα καθήκοντά του (1901)

Κ. Μαρξ – Η μεθοδος της πολιτικής οικονομίας

Από το Κ. Μαρξ – Βασικές γραμμές της κριτικής της πολιτικής οικονομίας (Grundrisse), τόμος 1.

Image

3) Η μέθοδος της πολιτικής οικονομίας.

Όταν εξετάζουμε μια δοσμένη χώρα από τη σκοπιά της πολιτικής οικονομίας αρχίζουμε με τον πληθυσμό της, την κατανομή του σε τάξεις, σε πόλη, ύπαιθρο και θάλασσα, τους διάφορους παραγωγικούς κλάδους, εξαγωγές και εισαγωγές, ετήσια παραγωγή και κατανάλωση, εμπορευματικές τιμές κλπ.

Το σωστό φαίνεται πως είναι ν’ αρχίζει κανείς με το πραγματικό και συγκεκριμένο, με την πραγματική προϋπόθεση· για παράδειγμα λοιπόν, στην οικονομία με τον πληθυσμό, που είναι η βάση και το υποκείμενο ολόκληρης της κοινωνικής παραγωγικής πράξης. Ωστόσο μια πιο προσεκτική εξέταση δείχνει πως αυτό είναι λάθος. Ο πληθυσμός είναι μια αφαίρεση αν παραλείψω, για παράδειγμα, τις τάξεις που τον αποτελούν. Αυτές οι τάξεις είναι πάλι λόγος κενός αν δεν γνωρίζω τα στοιχεία πάνω στα οποία βασίζονται. Πχ. μισθωτή εργασία, κεφάλαιο κλπ. Αυτά προϋποθέτουν ανταλλαγή, καταμερισμό της εργασίας, τιμές κλπ. Το κεφάλαιο, για παράδειγμα, δεν είναι τίποτα χωρίς τη μισθωτή εργασία, χωρίς την αξία, το χρήμα, την τιμή κλπ. Αν λοιπόν άρχιζα με τον πληθυσμό, αυτό θα ήταν μια χαοτική παράσταση του όλου, και ο ακριβέστερος προσδιορισμός θα με οδηγούσε αναλυτικά σε ολοένα πιο απλές έννοιες· από τη συγκεκριμένη παράσταση σε ολοένα πιο ισχνές αφαιρέσεις, μέχρι να φτάσω στους απλούστατους προσδιορισμούς. Από κει θάπρεπε τώρα να ξαναρχίσω το ταξίδι αντίστροφα, ώσπου να φτάσω επιτέλους πάλι στον πληθυσμό, αυτή τη φορά όμως όχι σαν χαοτική παράσταση ενός όλου, αλλά σαν πλούσια ολότητα πολλών προσδιορισμών και σχέσεων. Ο πρώτος δρόμος είναι αυτός που η πολιτική οικονομία ακολούθησε ιστορικά στη γένεσή της. Οι οικονομολόγοι του 17ου αιώνα, για παράδειγμα, αρχίζουν πάντοτε με το ζωντανό όλο – με τον πληθυσμό, το έθνος, το κράτος, τα περισσότερα κράτη κλπ· πάντα όμως καταλήγουν να βρίσκουν με την ανάλυση μερικές καθοριστικές, αφηρημένες, γενικές σχέσεις, όπως καταμερισμός της εργασίας, χρήμα, αξία κλπ. Από τη στιγμή που αυτά τα ξεχωριστά συνθετικά στοιχεία λίγο-πολύ εντοπίστηκαν και απομονώθηκαν με την αφαίρεση, άρχισαν τα οικονομικά συστήματα, που από το απλό – όπως εργασία, καταμερισμός της εργασίας, ανάγκη, ανταλλακτική αξία – υψώνονταν ως το κράτος, τη διεθνή ανταλλαγή, και την παγκόσμια αγορά. Αυτή η δεύτερη είναι ολοφάνερα η επιστημονικά σωστή μέθοδος. Το συγκεκριμένο είναι συγκεκριμένο επειδή είναι η συνόψιση πολλών προσδιορισμών, άρα ενότητα του πολλαπλού. Γιαυτό στη σκέψη εμφανίζεται σαν διαδικασία συνόψισης, σαν αποτέλεσμα, όχι σαν αφετηρία· παρόλο που αποτελεί την πραγματική αφετηρία, άρα και την αφετηρία της αντίληψης και της παράστασης. Στην πρώτη πορεία η ολοκληρωμένη παράσταση εξαϋλώθηκε σε αφηρημένο προσδιορισμό· στη δεύτερη, οι αφηρημένοι προσδιορισμοί οδηγούν στην αναπαραγωγή του συγκεκριμένου με τη σκέψη. Γιαυτό ο Χέγκελ έπεσε στην αυταπάτη να θεωρεί το πραγματικό σαν αποτέλεσμα της σκέψης που συνοψίζει μέσα της τον εαυτό της, εμβαθύνει στον εαυτό της και κινεί η ίδια τον εαυτό της· ενώ η μέθοδος της ανόδου από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο δεν είναι παρά ο τρόπος που η σκέψη οικειοποιείται το συγκεκριμένο, το αναπαράγει σαν πνευματικό συγκεκριμένο. Με κανένα τρόπο όμως δεν είναι η διαδικασία γένεσης του ίδιου του συγκεκριμένου. Για παράδειγμα, η πιο απλή οικονομική κατηγορία, ας πούμε πχ. η ανταλλακτική αξία, προϋποθέτει πληθυσμό, πληθυσμό που να παράγει μέσα σε καθορισμένες σχέσεις· ακόμα, ένα ορισμένο είδος οικογένειας ή κοινότητας ή κράτους κλπ. Δεν μπορεί να υπάρξει παρά μόνο σαν αφηρημένη, μονόπλευρη σχέση ενός ήδη δοσμένου συγκεκριμένου, ζωντανού όλου. Αντίθετα, σαν κατηγορία η ανταλλακτική αξία έχει προκατακλυσμιαία ύπαρξη. Για τη συνείδηση άρα – κι έτσι είναι καθορισμένη η φιλοσοφική συνείδηση – που γι αυτήν ο πραγματικός άνθρωπος είναι η σκέψη που νοεί και μόνο ο νοημένος κόσμος σαν τέτοιος είναι ο πραγματικός, γι αυτή την συνείδηση η κίνηση των κατηγοριών εμφανίζεται λοιπόν σαν η πραγματική παραγωγική πράξη – μόνο που δέχεται, δυστυχώς, μια εξωτερική ώθηση – που αποτέλεσμά της είναι ο κόσμος· κι αυτό είναι σωστό – είναι όμως πάλι ταυτολογία – στο μέτρο που η συγκεκριμένη ολότητα σαν ολότητα σκέψεων, σαν ένα συγκεκριμένο από σκέψεις, είναι πραγματικά προϊόν της σκέψης, της νόησης· καθόλου όμως της Έννοιας που γεννά τον εαυτό της και σκέπτεται έξω ή πάνω από την αντίληψη και την παράσταση, αλλά αντίθετα, της επεξεργασίας της αντίληψης και παράστασης σε έννοιες. Το όλο, έτσι όπως εμφανίζεται στο νου σαν ένα σύνολο από σκέψεις, είναι προϊόν του σκεπτόμενου νου, που οικειοποιείται τον κόσμο με τον μόνο τρόπο που μπορεί – ένα τρόπο που διαφέρει από την καλλιτεχνικό-, θρησκευτικό-, πρακτικο-πνευματική οικειοποίηση του κόσμου. Το πραγματικό υποκείμενο διατηρεί έξω απ’ το νου την αυτοτελή του ύπαρξη όπως και πριν – όσο δηλαδή ο νους συμπεριφέρεται μόνο θεωρησιακά, μόνο θεωρητικά. Άρα και στη θεωρητική μέθοδο το υποκείμενο, η κοινωνία, πάντα πρέπει να βρίσκεται στο νου σαν προϋπόθεση.

Continue reading

Πως ο Ένγκελς προέβλεψε με εκπληκτική ακρίβεια τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο το 1887

Ο μόνος πόλεμος που μπορεί πλέον να εξαπολύσει στο μέλλον η Πρωσία- Γερμανία θα είναι ένας παγκόσμιος πόλεμος, η έκταση και το επίπεδο βίας του οποίου ξεφεύγουν από την ανθρώπινη φαντασία. Οκτώ με δέκα εκατομμύρια στρατιώτες θα αλληλοεξοντωθούν, απογυμνώνοντας την Ευρώπη σαν σμήνος ακρίδων. Θα πρόκειται για έναν Τριακονταετή Πόλεμο συμπυκνωμένο μέσα σε τέσσερα έως πέντε χρόνια και απλωμένο σε ολόκληρη την ήπειρο. Πείνα, επιδημίες, καθολική παλινδρόμηση στη βαρβαρότητα, τόσο των στρατών όσο και των λαών, εξαιτίας της οξύτατης δυστυχίας… Μόνο μία συνέπεια αυτού του πολέμου είναι απολύτως βέβαιη: η παγκόσμια εξάντληση και η δημιουργία προϋποθέσεων για την τελική νίκη της εργατικής τάξης.

Αναφέρεται από τον Π. Παπακωνσταντίνου εδώ.
Πηγή στα αγγλικά.
Αναφορά του Λένιν στο ίδιο απόσπασμα το 1918.

Ο Λένιν είχε αποκαλέσει τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο ως “πρώτο ιμπεριαλιστικό πόλεμο” ήδη από το 1920, στο δεύτερο συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς:

Ο πρώτος ιμπεριαλιστικός πόλεμος του 1914-18 ήταν το αναπόφευκτο αποτέλεσμα αυτού του μοιράσματος ολόκληρου του κόσμου, αυτής της κυριαρχίας των καπιταλιστικών μονοπωλίων, αυτής της τεράστιας δύναμης που κατέχει ένας ασήμαντος αριθμός πολύ μεγάλων τραπεζών -δύο, τρεις, τέσσερις ή πέντε σε κάθε χώρα. Αυτός ο πόλεμος εξαπολύθηκε για το ξαναμοίρασμα ολόκληρου του κόσμου.

Πηγή.

Στάλιν: πως μπορεί η κριτική από τα κάτω να πάρει μαζικό χαρακτήρα

Συχνά οι σύντροφοι, όταν έρχονται στη Μόσχα, προσπαθούν να παρουσιάσουν “το εμπόρευμα απ’ τη καλή του όψη”, ότι τάχα στο χωριό μας όλα πάνε περίφημα. Αυτό το γραφειοκρατικό: όλα πάνε περίφημα, γίνεται καμία φορά αηδιαστικό. Ωστόσο, είναι φανερό ότι δεν πάνε και δε μπορεί να πάνε όλα καλά. Είναι φανερό ότι υπάρχουν ελλείψεις που πρέπει να τις ξεσκεπάζουμε, χωρίς να φοβόμαστε την κριτική, και που πρέπει κατόπι να τις ξεπερνάμε. Γιατί το ζήτημα μπαίνει έτσι: ή εμείς, όλο το κόμμα, θα επιτρέψουμε στους εξωκομματικούς αγρότες και στους εργάτες να μας κάνουν κριτική, ή θα μας κάνουν κριτική με εξεγέρσεις. Η εξέγερση της Γεωργίας αποτελούσε κριτική. Η εξέγερση του Ταμπόφ αποτελούσε επίσης κριτική. Και γιατί να μην αποτελεί κριτική και η εξέγερση της Κρονστάνδης; Ένα από τα δύο: ή θα παρατήσουμε το γραφειοκρατικό: όλα πάνε καλά και το γραφειοκρατικό τρόπο να καταπιανόμαστε με τα ζητήματα, δε θα φοβόμαστε την κριτική και θα αφήσουμε να μας κάνουν κριτική οι εξωκομματικοί εργάτες και αγρότες, που στο κάτω-κάτω δοκιμάζουν στην πλάτη τους τα αποτελέσματα των λαθών μας, ή δε θα το κάνουμε αυτό και η δυσαρέσκεια θα συσσωρεύεται, θα μεγαλώνει και τότε η κριτική θα γίνεται με εξεγέρσεις.

Για το ζήτημα του προλεταριάτου και της αγροτιάς, 27/1/1925, τ.7.

Πρέπει να ξέρετε πως κάποτε οι εργάτες δεν τολμούν να πουν την αλήθεια για τις ελλείψεις της δουλειάς μας. Δεν τολμούν, όχι μόνο γιατί μπορεί να τους βρει “κανένας μπελάς”, μα και γιατί μπορεί να “τους ειρωνευτούν” για την ατέλεια της κριτικής τους. Από που κι ως που μπορεί ο απλός εργάτης ή ο απλός αγρότης, που τις ελλείψεις της δουλειάς μας και της σχεδιοποίησής μας τις νιώθει στην πλάτη του, από που κι ως που μπορούν να κάνουν την κριτική τους σύμφωνα με όλους τους κανόνες της τέχνης; Αν απαιτείτε απ’ αυτούς μια 100% σωστή κριτική, θα εκμηδενίσετε έτσι κάθε δυνατότητα κριτικής απ’ τα κάτω, κάθε δυνατότητα αυτοκριτικής. Να γιατί νομίζω πως αν η κριτική περιέχει έστω κι ένα 5-10% αλήθεια, πρέπει κι αυτού του είδους την κριτική να τη χαιρετούμε, να την ακούμε προσεχτικά, και να πάρουμε υπόψη μας τον υγιή πυρήνα της. Σε αντίθετη περίπτωση, το ξαναλέω, θα κλείσετε το στόμα των εκατοντάδων και χιλιάδων εκείνων ανθρώπων που είναι αφοσιωμένοι στην υπόθεση των Σοβιέτ, που δεν έχουν ακόμα αρκετή πείρα της κριτικής, μα που με το στόμα τους μιλάει η ίδια η αλήθεια. […]

Μόνο με τον όρο αυτό η αυτοκριτική μπορεί να πάρει πραγματικά μαζικό χαρακτήρα και να έχει πραγματικά μαζική απήχηση.

Για την αυτοκριτική, στο Για τις εργασίες της κοινής ολομέλειας του Απρίλη της ΚΕ και της ΚΕΕ, 18 Απρίλη 1928, τ.11