Η Έκκληση της Εκτελεστικής Επιτροπής της Γ’ Κομμουνιστικής Διεθνούς σε όλα τα μέλη του ΚΚΕ (1931)

“Το ΚΚΕ, Επίσημα Κείμενα, τόμος 3 (1929-1933)”, σελ. 292-306. Αρχική δημοσίευση: «Ο Νέος Ριζοσπάστης», 1, 2 και 3 Νοέμβρη 1931

Από το δεύτερο συνέδριο της Κομιντέρν.

Η ΕΚΚΛΗΣΗ ΤΗΣ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ

Μετά το 4ο συνέδριο του ΚΚΕ, που συνήλθε το Δεκέμβρη του 1928, η ταξική πάλη οξύνεται. Μπροστά στο λαϊκό κίνημα μπαίνουν για λύση νέα προβλήματα. Στις συνθήκες αυτές στην καθοδήγηση του ΚΚΕ που εκλέχθηκε στο 4ο συνέδριο (βλ. «Το ΚΚΕ. Επίσημα κείμενα», τ. 2ος, 1925—1928, σ. 559) διαμορφώθηκαν δυο ομάδες. Μεταξύ των ομάδων αυτων, που στην πραγματικότητα δεν τις χώριζαν ουσιαστικές διαφορές στα κύρια ζητήματα της στρατηγικής και τακτικής του ΚΚΕ, άρχισε μια πάλη που αγκάλιασε όλο το κόμμα και το έφερε σε μια πολύ δύσκολη κατάσταση. Η συγκέντρωση της προσοχής του κόμματος σ’ αυτή την εσωκομματική πάλη το εμπόδιζε να μπει επικεφαλής του αναπτυσσόμενου εργατικού και λαϊκού κινήματος, το απομάκρυνε από τις μάζες των εργαζομένων.

Η κατάσταση που δημιουργήθηκε στο ΚΚΕ έγινε, όπως ήταν τότε φυσικό, αντικείμενο εξέτασης από την Κομμουνιστική Διεθνή της όποιας, υπενθυμίζουμε, το ΚΚΕ ήταν το ελληνικό, οργανικό τμήμα. Η Εκτελεστική Επιτροπή της Κομμουνιστικής Διεθνούς απηύθυνε Έκκληση σ’ όλα τα μέλη του ΚΚΕ με την οποία τα καλούσε να ξεκόψουν αποφασιστικά με «την εγκληματική και άνευ αρχών φραξιονιστική πάλη», να αποκαταστηςουν αμέσως την ενότητα του κόμματος και να μπουν επικεφαλής των αγώνων του λαού.

Διαμορφώθηκε νέα καθοδήγηση στο ΚΚΕ με Πολιτικό Γραφείο από τους Νίκο Ζαχαριάδη, Γραμματέα, Γιαννη Ιωαννίδη, Στυλιανό Σκλάβαινα, Γιάννη Μιχαηλίδη, Βασίλη Νεφελούδη, Γιώργο Κωνσταντινίδη (Ασημίδη) και Λεωνίδα Στρίγκο.

Το ΚΚΕ αποδέχθηκε σύσσωμο την Έκκληση της ΚΔ και ρίχτηκε στην πάλη επικεφαλής των εργαζομένων. Με την Έκκληση της ΚΔ το ΚΚΕ μπήκε σε νέα περίοδο της αναπτυξής του.

Σε συνέχεια δημοσιεύουμε την απόφαση του Πολιτικού Γραφείου σχετικά με την Έκκληση της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΚΔ και το κείμενο της Έκκλησης.

Απόφαση του Πολιτικού Γραφείου

Το Πολιτικό γραφείο της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος, ολοκληρωτικά βασισμένο στη γραμμή της έκκλησης του προεδρείου της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Διεθνούς αποφασίζει:

Ν’ αρχίσει αμέσως τη δουλειά για την πραγματοποίηση των υποδείξεων που περιέχονται στην έκκληση της Κομμουνιστικής Διεθνούς.

Το Πολιτικό γραφείο καλεί το Κόμμα στο σύνολό του να πραγματοποιήσει ριζική στροφή στις μέθοδες της δουλειάς του και να βαδίσει επί κεφαλής στην πρώτη γραμμή της επαναστατικής ανόδου των εκμεταλλευόμενων μαζών.

Αθήνα, 3 Νοεμβρίου 1931

Το Πολιτικό Γραφείο της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ

«Ο Νέος Ριζοσπάστης», 4 του Νοέμβρη 1931

Έκκληση της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Διεθνούς

Σ’ όλα τα μέλη του ΚΚΕ

Αγαπητοί σύντροφοι,

Η οξεία βιομηχανική και αγροτική κρίση που μαστίζει την Ελλάδα, επιδεινούμενη απ’ την παγκόσμια κρίση, βαρύνει με όλο της το βάρος πάνω στην εργατική τάξη, την εργαζόμενη αγροτιά και τη μικρομπουρζουαζία των πόλεων. Η μπουρζουαζία θέλει να ξεπεράσει την κρίση κατεβάζοντας το επίπεδο της ζωής των εργαζομένων μαζών και εντείνοντας την εκμετάλλευση. Η επίθεση της μπουρζουαζίας συνοδεύεται από μια ισχυρή ανάπτυξη της πολιτικής αντίδρασης.

Ταυτόχρονα, αυξάνει σε μεγάλο βαθμό η αυθόρμητη αγανάχτηση των λαϊκών μαζών, που παίρνει ολοένα και πιο οξύ χαραχτήρα και αποκαλύπτει την αύξουσα μαχητικότητα των εργαζομένων της Ελλάδας: Τα οδοφράγματα του Αγρίνιου, η κάθοδος των καπνεργατών Θάσου στην Καβάλλα, οι αιματηρές συγκρούσεις των αγροτών με τη χωροφυλακή στο Κιλκίς, η διαδήλωση τον Αύγουστο στις Σέρρες, πολλές περιπτώσεις άρνησης των στρατιωτών να πυροβολήσουν διαδηλωτές κλπ.

Όμως το ΚΚΕ δεν μπόρεσε να επωφεληθεί για τη δουλειά του απ’ τις ευνοϊκές αυτές συνθήκες. Το Κόμμα πολύ απέχει από το να έχει επωφεληθεί της αυθόρμητης ανόδου των μαζών. Η πάλη που κατά το 1930 και 1931 αναπτύχθηκε στους κόλπους του Κόμματος, όξυνε την καθυστέρηση του Κόμματος στο πεδίο της οργάνωσης και της καθοδήγησης του αναπτυσσόμενου αυθόρμητου κινήματος των μαζών και εμπόδισε την οργανωτική παγίωση της αυξανόμενης πολιτικής επιρροής του Κόμματος.

Κατά το διάστημα αυτό το Κόμμα αναμφισβήτητα έχει ένα ορισμένο αριθμό επιτυχιών: Η καλή καμπάνια για τη σύγκληση του Συνεδρίου των Ενωτικών Συνδικάτων, όπου πήραν μέρος οι αντιπρόσωποι 23.000 εργατών, η απεργία των 2000 μεταλλωρύχων Λαυρίου, που βάσταξε 40 μέρες, μαζικές απεργίες κατά το 1929 στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη, η καλή εφαρμογή της ταχτικής του ενιαίου μετώπου κατά την απεργία των καπνεργατών Θεσσαλονίκης στο τέλος του 1930 και τις αρχές του 1931, η νίκη κατά των σοσιαλφασιστών, της Ναυτεργατικής Ένωσης κατά την πάλη των ανέργων ναυτεργατών, η συμμετοχή του ΚΚ στο αγροτικό κίνημα της περιοχής του Κιλκίς και στην Επανωμή, η καθοδήγηση της πορείας των αγροτών Μυτιλήνης το Μάρτη του 1930, οι εκλογές του 1931 στη Θεσσαλονίκη και κυρίως στη Μυτιλήνη.

Μα οι επιτυχίες αυτές είναι το αποτέλεσμα της αυθόρμητης ώθησης των μαζών και, κατά ένα μέρος, της δράσης των οργανώσεων της βάσης του Κόμματος και δεν μπορούν να μεταβάλουν κατά τίποτε την εικόνα που γενικά είναι κακή. Παρά τη μεγάλη συμπάθεια των εργαζομένων μαζών των πόλεων και των χωριών προς το Κομμουνιστικό Κόμμα, την ύπαρξη δυνατοτήτων νόμιμης δράσης, έστω και αν είναι μερικές, την έλλειψη ενός αποκρυσταλλωμένου σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος που να ‘χει παραδόσεις και οργανωτική πείρα, το ΚΚΕ έχασε ωρισμένες θέσεις κατά το διάστημα των δυο τελευταίων χρόνων. Η διοίκηση του Κόμματος απορροφημένη από μια εγκληματική φραξιονιστική πάλη, δεν πήρε τα αναγκαία μέτρα για να καταπολεμήσει και ξεσκεπάσει τις σοσιαλφασιστικές και «αρχειοφασιστικές» οργανώσεις σαν πράχτορες του κεφαλαίου, δεν αποκάλυψε στις μάζες τον αντεπαναστατικό ρόλο των οργανώσεων αυτών, δεν κατάγγειλε τις μανούβρες τους στο πεδίο του ενιαίου μετώπου, που για σκοπό τους είχαν τη διείσδυση στο εργατικό κίνημα για να εξυπηρετήσουν καλύτερα τ’ αφεντικά τους, τους καπιταλιστές. Με την παθητικότητα και τη φραξιονιστική της πάλη, η διοίκηση του Κόμματος επέτρεψε στους πράχτορες του ταξικού εχθρού να μανουβράρουν και να απωθήσουν τις επαναστατικές οργανώσεις από τις θέσεις που κατείχαν.

Η διοίκηση του Κόμματος δεν κατάλαβε και υποτίμησε τον κίνδυνο της ανάπτυξης του αγροτοφασιστικού κόμματος, που εκμεταλλευότανε τη δυσαρέσκεια των αγροτών, δεν το κατάγγειλε σαν Κόμμα που εξαπατά τους αγρότες, υπερασπιζόμενο τα συμφέροντα των τοκογλύφων και των τσορμπατζήδων (πλουσίων χωρικών), που μπαίνει επί κεφαλής του αυθόρμητου κινήματος των αγροτών για να το προδώσει και να το χρησιμοποιήσει για την ενίσχυση της διχτατορίας της μπουρζουαζίας.

Η καμπάνια για τη γενική απεργία αποτελεί τον καθρέφτη της κατάστασης του κόμματος

Ο οππορτουνισμός της διοίκησης και η τρομερή, τεράστια καθυστέρηση του Κόμματος φανερώθηκαν κατά τον πιο έκδηλο τρόπο κατά το διάστημα της καμπάνιας για τη γενική πολιτική απεργία.

Η διοίκηση του Κόμματος δεν παρατήρησε την προσέγγιση της καινούργιας περιόδου της κρίσης του μεταπολεμικού καπιταλισμού, που τσακίζει (σπάει) την καπιταλιστική σταθεροποίηση και δεν πρόβλεψε την αναπόφευχτη άνοδο του επαναστατικού κινήματος και γι’ αυτό δεν μπόρεσε να εχτιμήσει όσο έπρεπε το τεράστιο αυθόρμητο κύμα των απεργιών του 1929.

Τα γεγονότα της καινούργιας επαναστατικής ανόδου κατέλαβαν το Κόμμα εξ απροόπτου. Το Κόμμα δεν καταπιάστηκε με τη διεύθυνση των απεργιών, με τη συνένωσή τους και την ανύψωσή τους εις το επίπεδο μιας πολιτικής μαζικής απεργίας, αν και οι αποφάσεις της X Ολομέλειας της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Διεθνούς είχαν υποδείξει σαφώς ότι η πολιτική της καταπίεσης της φασιστικής κυβέρνησης ενισχύει το απεργιακό κίνημα που θα πάρει αναπότρεπτα ένα ακόμα πιο καθαρό πολιτικό χαρακτήρα, πράγμα που βάζει μπροστά στα Κομμουνιστικά Κόμματα το πρόβλημα των μαζικών πολιτικών απεργιών σαν αποφασιστικό πρόβλημα της προσεχούς περιόδου.

Θέτοντας αιφνιδιαστικά, κατά ένα αφηρημένο τρόπο, πριν από 5 μήνες, το ζήτημα του συνθήματος της «γενικής απεργίας», χωρίς σύνδεση με την συγκεκριμένη πορεία της επαναστατικής πάλης, η διοίκηση του Κόμματος ζήτησε να σκεπάσει την ανικανότητά της να διευθύνει την καθημερινή πάλη της εργατικής τάξης, να οργανώσει και να καθοδηγήσει τις μερικές απεργίες. «Ή μαζική πολιτική απεργία κατανοήθηκε όχι σαν ένα όπλο που επιτρέπει στο Κόμμα να επιφέρει περισσότερη ενότητα στα διασπαρμένα κινήματα της εργατικής τάξης, να διεξαγάγει μια πλατειά κινητοποίηση των μαζών ενάντια στον πόλεμο, να αυξήσει με όλα τα μέσα την πολιτική τους πείρα, οδηγώντας τες στην άμεση πάλη για τη διχτατορία του προλεταριάτου» (X Ολομέλεια), μα σαν ένας σκοπός, αυτός καθ’ εαυτόν, απομονωμένος απ’ την καθημερινή πάλη των μαζών: «Η επίθεση είναι γενική, γενική πρέπει να ναι και η αντεπίθεση». «Αφοπλίστε και τσακίστε τα ένοπλα αποσπάσματα της διχτατορίας του Βενιζέλου», «ένοπλες διαδηλώσεις και κάθοδοι των αγροτών στις πόλεις», αυτά είναι τα κύρια συνθήματα του κόμματος τη στιγμή εκείνη. Συγκεκριμένα συνθήματα, ικανά να κινητοποιήσουν τις μάζες, συνθήματα που γύρω τους οι εργάτες οργανώνονται αυθόρμητα, το Κόμμα δεν έθετε ή τα εγκατέλειπε στην τελευταία γραμμή. Η διοίκηση του Κόμματος, μη προετοιμάζοντας και μη οργανώνοντας τους μερικούς αγώνες, συχνά τους παραμέριζε εν ονόματι της «γενικής απεργίας» και έτσι σαμποτάριζε κάθε δυνατότητα εύρυνσης των μερικών απεργιακών αγώνων και ανύψωσής τους ως το επίπεδο της μαζικής πολιτικής απεργίας. Περιοριζότανε σε μια αφηρημένη και αποκλειστικά στα λόγια αγκιτάτσια.

Αντιπαραθέτοντας το σύνθημα της γενικής απεργίας στις οικονομικές διεκδικήσεις και ζητώντας να αναβάλλουν τις μερικές απεργίες που ήσαν πια ώριμες, ως την «εμφάνιση» της γενικής απεργίας (πρόταση αναβολής της απεργίας 4.500 καπνεργατών της Θεσσαλονίκης ως την 24ωρη γενική απεργία, επ’ ευκαιρία της Πρωτομαγιάς κλπ) δημιουργήθηκε μια κατάσταση που επέτρεψε στους σοσιαλφασίστες όχι χωρίς επιτυχία να λεν στην αγκιτάτσια τους: «Οι κομμουνιστές είναι υπέρ της Επανάστασης, εμείς είμαστε υπέρ της υπεράσπισης των αμέσων συμφερόντων της εργατικής τάξης».

Η καμπάνια του Κόμματος για τη μαζική πολιτική απεργία, έφερε στην επιφάνεια μια απ’ τις βασικές ασθένειες όλης της δράσης του Κόμματος και των Συνδικάτων: Η αγκιτάτσια είναι απομονωμένη απ’ την οργανωτική δουλειά. Παρά την ύπαρξη αποφάσεων για την οργάνωση της απεργίας, η διοίκηση δεν πήρε σοβαρά μέτρα για την εφαρμογή τους. Δεν κατάλαβε ότι η μαζική πολιτική απεργία απαιτεί μια ένταση όλων των δυνάμεων του Κόμματος και των Συνδικάτων και μια τεράστια οργανωτική δουλειά, πρώτ’ απ’ όλα στις επιχειρήσεις. Το ζήτημα της πολιτικής απεργίας δεν είχε μάλιστα χωνευθεί απ’ τη μάζα των μελών του Κόμματος και των Συνδικάτων, και ακόμα λιγώτερο απ’ τους εργάτες των εργοστασίων. Τα στελέχη του Κόμματος κινητοποιήθηκαν πολύ αδύνατα, δεν δόθηκαν στις τοπικές οργανώσεις οδηγίες προσωπικές στη θέση των εγκυκλίων. Δεν βγήκαν μάλιστα επιτροπές απεργίας των οργανωμένων στα εργοστάσια. Καθ’ όλη τη διάρκεια της καμπάνιας για την απεργία δεν υπήρχε διαρκής επαφή των τοπικών οργανώσεων με το κέντρο, ούτε και πληροφόρηση του τελευταίου, πράγμα που θα του επέτρεπε να στείλει δυνάμεις στα πιο αδύνατα σημεία και να χρησιμοποιήσει την επιτυχή πείρα των καλύτερων αχτίδων.

Η προπαρασκευή της μαζικής πολιτικής απεργίας απαιτούσε την πιο πλατειά εφαρμογή της ταχτικής του ενιαίου μετώπου στη βάση. Όμως το Κόμμα δεν μπόρεσε να εκπληρώσει το καθήκον αυτό. Η πρωτοβουλία πέρασε στα χέρια των σοσιαλφασιστών, των «αρχειοφασιστών» και των «αχρωμάτιστων», που, μανουβράροντας κάτω απ’ το σύνθημα του ενιαίου μετώπου, έβαζαν για σκοπό να σαμποτάρουν την κίνηση που προετοιμαζότανε και να ξαπλώσουν την επιρροή τους σε βάρος του ΚΚΕ.

Οι ελλείψεις αυτές προκάλεσαν την αποτυχία της καμπάνιας για τη μαζική πολιτική απεργία, παρά την αυξάνουσα άνοδο του αυθόρμητου επαναστατικού κινήματος στις πόλεις και στα χωριά, κινήματος που το Κόμμα δεν μπόρεσε να κυριαρχήσει πάνω σ’ αυτό και που πέρασε δίπλα του, πράγμα που αποκάλυψε όλη τη σοβαρότητα της καθυστέρησης του Κόμματος και την ανικανότητα της διοίκησής του.

Αντί να ομολογήσει μπολσεβίκικα τα λάθη της, αντί να κάνει μια ενεργητική στροφή για να επανακτήσει την καθυστέρηση και να στραφεί προς τις μάζες, η διοίκηση ουσιαστικά επεδόθηκε στην πάλη των ομάδων, που στο τέλος του 1930 γένηκε με την επικινδυνωδέστατη ανοιχτή φραξιονιστική πάλη, που ριξε πίσω το Κόμμα και που βοήθησε τη δράση του ταξικού εχθρού και των πραχτόρων του στους κόλπους της εργατικής τάξης και της αγροτιάς.

Η μπουρζουαζία επωφελήθηκε απ’ όλες τις απόψεις απ’ την κατάσταση αυτή που δημιουργήθηκε, σπέρνοντας μέσα στο Κόμμα χαφιεδικές διαδόσεις προσπαθώντας να οξύνει τη φραξιονιστική πάλη προς το σκοπό να αποσυνθέσει το Κόμμα. Η διοίκηση του Κόμματος τυφλωμένη απ’ τη φραξιονιστική πάλη δεν στάθηκε στο ύψος της κατάστασης και δεν απάντησε όπως έπρεπε στις μανούβρες της μπουρζουαζίας. Αντί να προτείνουν στην Κομμουνιστική Διεθνή να λύσει τα αμφισβητούμενα ζητήματα, οι δυο ομάδες παραβιάζοντας την διεθνή πειθαρχία και τις κατηγορηματικές οδηγίες της ΕΕ της Κομμουνιστικής Διεθνούς για το απαράδεχτο της φραξιονιστικής πάλης, άρχισαν μια πάλη στους κόλπους του Κόμματος, που το έφερε σε μια πολύ δύσκολη κατάσταση.

Αν και στη βάση της φραξιονιστικής πάλης στους κόλπους του Κόμματος υπήρξαν μερικές πολιτικές διαφωνίες μέσα στη Διοίκηση του Κόμματος, ο χαρακτήρας της πάλης αυτής προέκυψε από μια εις το έπακρον μεγαλοποίηση αυτών των διαφορών γνωμών και σε πολλές περιπτώσεις από προσωπικά ελατήρια άνευ αρχών.

Στο μέτρο που πολιτικές διαφορές χώριζαν τις δυο ομάδες της διοίκησης του Κόμματος, (των Χαϊτά—Ευτυχιάδη και των Θέου—Σιάντου—Πυλιώτη—Αλέξη), οι πλατφόρμες των δυο αυτών ομάδων αντιπροσώπευαν ένα μίγμα δεξιών και «αριστερών» παρεκκλίσεων απ’ την μπολσεβίκικη ταχτική στην πάλη των τάξεων. Πραχτικά το γεγονός αυτό βρήκε την έκφρασή του στη διεύθυνση των οικονομικών αγώνων, στην προπαρασκευή της γενικής απεργίας καθώς επίσης και στη διεύθυνση όλης της εσωτερικής οργανωτικής και μαζικής δουλειάς του Κόμματος.

Ο Κώστας Ευτυχιάδης, όπως και ο Ανδρόνικος Χαϊτάς, ήταν ανάμεσα στα μέλη του ΚΚΕ που απέδρασαν τον Απρίλη του 1931 από τις φυλακές Συγγρού.

Η ομάδα των Χαϊτά—Ευτυχιάδη εξηγούσε την καθυστέρηση του Κόμματος με τις αντικειμενικές συνθήκες, βλέποντας τις αιτίες των αποτυχιών του Κόμματος, από αφορμή την καμπάνια για τη γενική απεργία, σε μια υπερεχτίμηση της αντικειμενικής κατάστασης, στην «υποχώρηση του απεργιακού κύματος στο 1930». Προσπάθησε να δικαιολογήσει την καθυστέρηση του Κόμματος απ’ τα γεγονότα του επαναστατικού κινήματος των εργατών και αγροτών, λέγοντας ότι η ανεργία αδυνατίζει και παρεμποδίζει την ταξική δράση των εργατών και έτσι ανέπτυξε μια «θεωρία» που στην πραγματικότητα συμπίπτει με τις οπορτουνιστικές αντιλήψεις κατά τις όποιες, σε περίοδο κρίσης είναι αδύνατη ή οργάνωση απεργιακών κινημάτων. Επειδή παρ’ όλες τις «θεωρίες» αυτές στην Ελλάδα είχαμε ένα μεγάλο κύμα απεργιών, η ομάδα αυτή μπροστά στους μεμονωμένους οικονομικούς αγώνες έμεινε ολότελα παθητική, τους θεώρησε σαν γεγονότα καθαρά οικονομικά χωρίς καμμιά σχέση με την άνοδο του επαναστατικού εργατικού κινήματος και ακόμα δεν προσπάθησε να πλατύνει τους αγώνες αυτούς. Η ομάδα αυτή εκπροοσωπεϊ την τάση κατά την οποία «πρέπει ν’ αρχίσουμε με το δυνάμωμα της οργάνωσής μας και τότε μονάχα θα μπορέσουμε να πάρουμε τη διεύθυνση των αυθόρμητων αγώνων των μαζών». Σ’ αυτή την ομάδα, κατά πρώτο λόγο, πρέπει ν’ αποδώσουμε το γεγονός ότι το Κόμμα έμεινε μακρυά από τα αυθόρμητα κινήματα των εργατών και αγροτών, ότι τα κινήματα αυτά δεν διευθύνονταν απ’ το Κόμμα. Με τις «θεωρίες» αυτές η ομάδα του Χαϊτά ουσιαστικά δικαιολογούσε την καθυστέρηση του Κόμματος, προσπαθώντας τον «αριστερό» κίνδυνο να τον παρουσιάσει σαν τον κύριο, είτε τον μοναδικό κίνδυνο του Κόμματος, για να αποσπάσει την προσοχή απ’ την δεξιά οππορτουνιστική του ταχτική.

Η ομάδα Θέου—Σιάντου—Πυλιώτη—Άλέξη ευθύς εξ αρχής ήταν ένα μπλοκ στοιχείων που στα βασικά ζητήματα του Κόμματος αντιπροσώπευαν διάφορες «αριστερές» και δεξιές αντιλήψεις και που συνδέθηκαν στο πεδίο μιας πάλης, που δεν εμπνεότανε από καμμιά αρχή, ενάντια στην ομάδα του Χαϊτά. Το μπλοκ αυτό θεωρούσε την ομάδα του Χαϊτά σαν τη μόνη υπεύθυνη για τις αποτυχίες του Κόμματος, χωρίς ν’ αντιτάξει στη δεξιά οππορτουνιστική αντίληψη της ομάδας Χαϊτά μια πλατφόρμα των καθηκόντων του Κόμματος βασισμένη σε μια πραγματική αναλυση των οικονομικών και πολιτικών γεγονότων και των λαθών που διαπράχθηκαν απ’ τη διοίκηση του Κόμματος. Ο κύριος ισχυρισμός της ομάδας αυτής συνίστατο στο να λέει ότι κάθε μερική απεργία πρέπει να μετατραπεί σε μια γενική απεργία, δεν υποδείχνει την αναγκαιότητα ότι προηγούμενα πρέπει να εξασφαλιστεί η ύπαρξη συνθηκών που θα καθιστούν δυνατή μια γενική απεργία. Στην πραγματικότητα και η ομάδα αυτή έμεινε επίσης παθητική στο μεγαλύτερο μέρος των απεργιακών κινημάτων. Σε μερικά προσπάθησε να «αναβάλλει» την κίνηση ως τη στιγμή της «κήρυξης της γενικής απεργίας». Τέτοια είναι, λόγου χάρη, η περίπτωση μιας κίνησης 3.500 σιδηροδρομικών και τροχιοδρομικών στη Θεσσαλονίκη κατά το τέλος του 1930.

Γιώργης Σιάντος, μετέπειτα Γενικός Γραμματέας της ΚΕ του ΚΚΕ στην περίοδο της κατοχής.

Στην προπαρασκευή της γενικής απεργίας η αναρχοσυνδικαλιστική σεχταριστική αντίληψη της ομάδας αυτής βρήκε την πλήρη της έκφραση. Όχι μονάχα φάνηκε ανίκανη ν’ αρχίσει μια καθημερινή οργανωτική δουλειά, μια δουλειά του Κόμματος για την προπαρασκευή της μαζικής πολιτικής απεργίας, μα ανήγαγε σε θεωρία την τάση της παραμέλησης της καθημερινής δύσκολης δουλειάς, της οργανωτικής δουλειάς διατυπώνοντας τούτη τη θέση ότι η οργανωτική δουλειά εμποδίζει την πάλη, ότι για την πραγματοποίηση της πάλης δεν υπάρχει ανάγκη οργάνωσης. Στην πράξη, η ομάδα αυτή ευρισκόμενη στη διοίκηση του Κόμματος κήρυττε τις απεργίες χωρίς καμμιά προπαρασκευαστική δουλειά, δεν προσπαθούσε να οργανώσει τις απεργίες που ξέσπαγαν αυθόρμητα και να εξασφαλίσει τη διεύθυνση. Μερικά μέλη της ομάδας αυτής (Θέος) έθεταν στην πρώτη γραμμή τα συμφέροντα των καλύτερα πληρωμένων εργατών (τελευταία απεργία των καπνεργατών). Στους κόλπους της ομάδας αυτής τα διευθυντικά μέλη αντιπροσώπευαν, πάνω στα ίδια ζητήματα, διαφορετικές τάσεις, που κατοπινά, προς το κοινό συμφέρον της κοινής πάλης κατά της ομάδας Χαϊτά, συμβιβάστηκαν παρά την έλλειψη μιας βάσης κοινών αρχών. Η ομάδα αυτή ολόκληρη διέπραξε, μαζί με την ομάδα του Χαϊτά, τα λάθη της καμπάνιας της προπαρασκευής της γενικής απεργίας, μα ήθελε κατόπι να επιρρίψει πάνω στην ομάδα του Χαϊτά αποκλειστικά την ευθύνη για τα διαπραχθέντα λάθη, οχυρωνόμενη πίσω από «αριστερές» φράσεις. Όταν η ομάδα αυτή πήρε στα χέρια της την καθοδήγηση δεν έκανε άλλο παρά να οξύνει με την πραχτική της δουλειά, άμεσα είτε έμμεσα, και παρ’ όλες τις «αριστερές» φράσεις, την καθυστέρηση του Κόμματος απ’ τά γεγονότα. Η ομάδα αυτή αρνείται την ανάγκη της πάλης στα δυο μέτωπα, ισχυριζόμενη ότι εξ αίτιας της ύπαρξης δεξιών παρεκκλίσεων μέσα στο Κόμμα, οι «αριστερές» θα πρέπει να γίνονται ανεκτές και μάλιστα να ενθαρρύνονται.

Η σημερινή κατάσταση και τα καθήκοντα του Κομμουνιστικού Κόμματος

Η βαθειά κρίση οξύνει ολοένα και πιότερο την ταξική πάλη. Η μπουρζουαζία ζητά μια διέξοδο στην επίθεση ενάντια στα ζωτικά συμφέροντα των εργαζομένων και στην κατάργηση των τελευταίων ιχνών των πολιτικών τους δικαιωμάτων. Η απόλυση σιδηροδρομικών πού συνεχίζεται ακόμα, το λοκ-αουτ της υφαντουργίας, οι απολύσεις καπνεργατών κλπ, το κατέβασμα των μεροκάματων πείνας και η αύξηση των ωρών δουλειάς που ναι ήδη πολλές, η πίεση στα χωριά που ολοένα εντείνεται, η τεράστια χρέωση των αγροτών, η κατάσχεση κατά μάζες των αγαθών των φορολογουμένων (μόνο στα 1930 κατά τις επίσημες πληροφορίες, στάλθηκαν στα χωριά 280.000 δικαστικά εντάλματα για τη μη πληρωμή φόρων), όλα αυτά δείχνουν ότι η μπουρζουαζία είναι αποφασισμένη να φορτώσει πάνω στους εργαζόμενους όλα τα βάρη της κρίσης αψηφώντας όλα τα εμπόδια. Η μπουρζουαζική κυβέρνηση επιταχύνει τη φασιστικοποίηση του κρατικού μηχανισμού, προσπαθώντας έτσι να παραλύσει την αυξανόμενη δυσαρέσκεια των μαζών. Καταστέλνει χτηνώδικα όλα τα κινήματα των εργατών και των αγροτών και ψηφίζει αντεργατικούς νόμους (νόμος κατά των απεργιών, κατά των Συνδικάτων). Ταυτόχρονα προσπαθεί να μιλιταριστικοποιήσει και να φασιστικοποιήσει τη νεολαία, συσσωματώνοντας την στις κρατικές αθλητικές οργανώσεις. Η φασιστική Ένωση των Εφέδρων Αξιωματικών ξαναγεννιέται, η εθνικοφασιστική Ένωση της Ελλάδας («Παύλος Μελάς») και η Ένωση Παλαιών Πολεμιστών τραβήχτηκαν με το μέρος της κυβέρνησης. Η Πανελλήνιος Ένωση αστικής ιδιοχτησίας, απ’ τις πιο αντιδραστικές, διπλασιάζει τη δραστηριότητά της. Η κυβέρνηση άρχισε την οργάνωση, μιας οργάνωσης αμύνης κατά του κομμουνισμού που προορίζεται να συγκεντρώσει όλο το φασιστικό κίνημα.

Υπό την επίδραση της αυξανόμενης ανόδου του επαναστατικού κινήματος στο στρατόπεδο της μπουρζουαζίας αναφαίνονται διαφωνίες και ακόμα καινούργιες απόπειρες στρατιωτικών κινημάτων. Η σημασία των διαφωνιών αυτών είναι η αναζήτηση των καλύτερων μεθόδων για τη διεξαγωγή της επίθεσης κατά των λαϊκών μαζών. Οι διαφωνίες αυτές στο στρατόπεδο της μπουρζουαζίας δημιούργησαν στους κόλπους τού Κόμματος τις πιο επικίνδυνες χωρίς βάση αυταπάτες, όσον αφορά το «δημοκρατικό πνεύμα» της κυβέρνησης Βενιζέλου και ότι το στρατιωτικό πραξικόπημα είναι σαν το μοναδικό προτσες φασιστικοποίησης.

Στην πραγματικότητα η κυβέρνηση Βενιζέλου φασιστικοποιείται πολύ γρήγορα και απογυμνώνεται ολοένα και περισσότερο από τα δημοκρατικά της στολίδια. Οργανώνει και εμπνέει τις φασιστικές συμμορίες, τα πογκρόμ κατά των καταπιεζομένων λαών, διευθύνει τα αντισημιτικά πογκρόμ, οργανώνει το αιματηρό τσάκισμα κάθε κίνησης των εργατών και αγροτών.

Το επαναστατικό πνεύμα και η μαχητικότητα μεγαλώνει και απλώνεται μέσα στις εργαζόμενες μάζες. Οι μεγάλες λαϊκές μάζες τραβιόνται στην ταξική πάλη, αυθόρμητα περνάν ολοένα και περισσότερο στην αντεπίθεση κατά της κυβέρνησης και των εκμεταλλευτών. Η οξύτητα της οικονομικής κρίσης και η άνοδος του εργατικού κινήματος απαιτούν επιταχτικά όπως το Κομμουνιστικό Κόμμα οργανώνει και κατευθύνει τα κινήματα των μαζών κατά της επίθεσης του κεφαλαίου και της πολιτικής αντίδρασης. Το Κόμμα δεν θα μπορέσει να λύσει το καθήκον αυτό παρά μονάχα αν φανεί ικανό να δείξει στο προλεταριάτο και τις άλλες εργαζόμενες μάζες, πάνω στη βάση της ίδιας των πείρας, την ανάγκη της επαναστατικής λύσης της κρίσης του καπιταλισμού. Το Κόμμα έχει για βασικό του καθήκον την κατάχτηση της πλειοψηφίας της εργατικής τάξης και την εξασφάλιση της πλήρους υποστήριξης των στρωμάτων των εργαζόμενων χωρικών, κατά πρώτον των εργατών γης και των φτωχών χωρικών, στην επαναστατική πάλη και στην επαναστατική λύση της κρίσης.

Η πάλη για την κατάχτηση της πλειοψηφίας της εργατικής τάξης δεν μπορεί να στεφθεί υπό επιτυχίας παρά αν γίνει μια ενεργητικιά στροφή στην έννοια της οργάνωσης και της δράσης των καθημερινών μερικών αγώνων, της εξάπλωσής των και της ανύψωσής των ως τις ανώτερες μορφές της ταξικής πάλης: μαζικές διαδηλώσεις, πορείες των αγροτών στις πόλεις, μαζικές πολιτικές απεργίες. Κάθε αμέλεια στην οργάνωση των πολιτικών απεργιών, κάθε περιφρόνηση των άμεσων διεκδικήσεων των εργατών και των αγροτών, κάθε άρνηση καθοδήγησης, οργάνωσης είτε επέχτασής των πρέπει να θεωρούνται σαν ο πιο έκδηλος οππορτουνισμός.

Η μπολσεβικοποίηση του κόμματος

Για να λύσει τα καθήκοντα που στέκουν μπροστά του το Κόμμα πρέπει επί τέλους να καταπιαστεί με την μπολσεβικοποίησή του. Αυτό σημαίνει ότι το Κόμμα πρέπει να καταστεί το σημείο συγκέντρωσης των καλύτερων στοιχείων της εργατικής τάξης, έχοντας άμεση επαφή με τα εργοστάσια και τις επιχειρήσεις και με τις εξωκομματικές μαζικές οργανώσεις του προλεταριάτου και των αγροτών και κατευθύνοντάς τες. Με την πείρα του και το κύρος του το Κόμμα πρέπει να καταστεί η μόνη οργάνωση, πραγματικά ικανή να συγκεντροποιήσει την διεύθυνση της πάλης του προλεταριάτου και των αγροτών. Χωρίς Κόμμα που να χει μια σιδερένια πειθαρχία, να ναι ατσαλωμένο στην πάλη, ν’ απολαμβάνει της εμπιστοσύνης όλου εκείνου που ναι τίμιο μέσα στην εργατική τάξη, να χει βαθειές ρίζες μέσα στις επιχειρήσεις και που να ναι ικανό να παρακολουθεί άγρυπνα την ψυχολογία των μαζών να την επηρεάζει, είναι αδύνατος ο επιτυχής αγώνας για το ξεπέρασμα της καθυστέρησης, η πάλη για την επαναστατική λύση της σημερινής κρίσης, η μπολσεβικοποίηση δεν είναι δυνατή παρά δια μέσου μιας ενεργητικής επίθεσης κατά του κινδύνου της δεξιάς, που ναι ο βασικός κίνδυνος στο σημερινό στάδιο, που νομιμοποιεί το χβοστισμό και καθιστά το Κόμμα ανίκανο να οδηγήσει την εργατική τάξη στην πάλη. Όχι λιγώτερο αποφασιστικά πρέπει να καταπολεμηθεί ο οππορτουνισμός της «αριστεράς» που βοηθά την δεξιά κρύπτοντας κάτω από αριστερές φράσεις την δεξιά του φύση, την ανικανότητά του να οργανώνει και να καθοδηγεί τις μάζες, την μη κατανόηση από μέρους του της σημερινής περιόδου της πάλης των τάξεων.

Ο πρώτος κατηγορηματικός όρος της μπολσεβικοποίησης είναι η άμεση εκκαθάριση (λικβιντάρισμα) της εγκληματικής και άνευ αρχών φραξιονιστικής πάλης και η δημιουργία ενός ομοιογενούς Κόμματος και μιας ενιαίας διοίκησης. Στην πάλη για την ενότητα το κριτήριο της πίστης προς το Κόμμα πρέπει να ναι όχι η αναγνώριση στα άκρα των χειλέων της γραμμής και των αποφάσεων της ΕΕ της ΚΔ, μα η πραχτική και αφοσιωμένη δουλειά για την εφαρμογή τους.

Ο δεύτερος όρος είναι όπως το κέντρο του βάρους της δουλειάς του Κόμματος να ναι μέσα στις επιχειρήσεις και όπως οργανωθούν πυρήνες εργοστασίων και επιχειρήσεων. Το Κόμμα ν’ αρχίσει να αυξαίνει τις δυνάμεις του κατά πρώτο δια της στρατολογίας μέσα στις μεγάλες επιχειρήσεις.

Πρέπει να επιστήσουμε μεγάλη προσοχή στη στρατολογία στις γραμμές του Κόμματος των καλύτερων στοιχείων ανάμεσα στους εργάτες γης και τούς φτωχούς αγρότες.

Οι καμπάνιες στρατολογίας πρέπει να συνδέονται με την καθημερινή πάλη της εργατικής τάξης και ιδιαίτερα με τους μεγάλους αγώνες, συγκεντρώνοντας στο Κόμμα πρώτ’ άπ’ όλα τους προλετάριους, που δείχνουν δραστηριότητα μέσα στην πάλη. Το Κόμμα πρέπει να κατευθύνει συστηματικά τις φράξιες και τις επαναστατικές αντιπολιτεύσεις μέσα στις μαζικές οργανώσεις χωρίς να υποκαθιστά αυτό τις οργανώσεις αυτές και τις εκλεγμένες διοικήσεις των.

Πρέπει ταυτόχρονα ν’ αρχίσουμε αμέσως την οργάνωση του παράνομου μηχανισμού του Κόμματος. Αυτό μακράν από του να οδηγήσει στη διάλυση (λικβιντάρισμα) της νόμιμης οργάνωσης, πρέπει απεναντίας να ωθήσει στη με όλα τα μέσα ανάπτυξη της πάλης των μαζών ενάντια στην απειλή της ολότελης κατάργησης των δυνατοτήτων νόμιμης δράσης για την εξακολούθηση και μάλιστα το φάρδεμα της δράσης των μαζών μέσα στην κατάσταση παρανομίας. Το Κόμμα πρέπει να προετοιμαστεί για τη σύνδεση των νόμιμων και παράνομων μεθόδων δράσης.

Για τη δημιουργία στελεχών και για να θέσουμε τέρμα στο ρήγμα που υφίσταται σήμερα ανάμεσα στα διευθυντικά στελέχη και τη μάζα του Κόμματος, για την ανύψωση του επιπέδου της μάζας των μελών, το Κόμμα πρέπει να αναπτύξει την πιο μεγάλη δραστηριότητα στο πεδίο της προπαγάνδας και της κομμουνιστικής διαπαιδαγώγησης. Η προπαγανδιστική δουλειά πρέπει να ναι μιας καλύτερης ποιότητας, πρέπει να οργανωθούν προπαγανδιστικοί κύκλοι, όπου να γίνεται μια συστηματική δουλειά και να τραβιέται το εργατικό αχτίβ. Πρέπει να γίνουν εκδόσεις για το ξάπλωμα των αποφάσεων της ΕΕ της ΚΔ και της Κόκκινης Συνδικαλιστικής Διεθνούς, των προόδων της ΕΣΣΔ, εκδόσεις για την αντιμιλιταριστική δράση, για την υπεράσπιση των άμεσων συμφερόντων των εργατών και των αγροτών, πάνω στα οργανωτικά ζητήματα και ιδιαίτερα πάνω στην οργάνωση πυρήνων.

Η έκδοση του θεωρητικού οργάνου που άρχισε πρέπει να εξακολουθήσει καλυτερεύοντάς το συστηματικά.

Ανυψώνοντας ολοένα και συνεχώς το πολιτικό επίπεδο των μελών, αναπτύσσοντας την αυτοκριτική, το Κόμμα πρέπει να εφαρμόσει μέσα στις γραμμές του μια σιδερένια μπολσεβίκικη πειθαρχία.

Ένα απ’ τα πιο αδύνατα σημεία της δουλειάς του Κόμματος είναι ο «Ριζοσπάστης». Θεωρώντας, ότι η τάση της παύσης της καθημερινής έκδοσης της εφημερίδας είναι ξεκάθαρα οππορτουνιστική, η ΚΕ του Κόμματος πρέπει να συγκεντρώσει όλη την προσοχή του Κόμματος στην καλυτέρευση του «Ριζοσπάστη». Διαρκής καθοδήγηση της εφημερίδας, δημιουργία πλατειού κύκλου εργατοαγροτών ανταποκριτών στις επιχειρήσεις και τα χωριά, πάρσιμο μέτρων για την πιο πλατειά διάδοση με την οργάνωση φίλων του «Ριζοσπάστη», έκδοση εφημερίδων εργοστασίων, έρανοι υπέρ της εφημερίδας.

Τα λάθη του Κόμματος στη μαζική δουλειά αντανακλάσθηκαν πλέρια πάνω στην κατάσταση των συνδικάτων. Το Κόμμα υποτίμησε τη δουλειά μέσα στα συνδικάτα μη καταλαβαίνοντας ότι αποτελούν μια «μαζική εργατική οργάνωση, που μέσα της συγκεντρώνονται για πρώτη φορά τα πιο πλατειά στρώματα του προλεταριάτου με μια δουλειά οργανωτική και μορφωτική», ότι αποτελούν «στο καπιταλιστικό καθεστώς το κύριο όργανο της απεργιακής δράσης και επίσης της μαζικής πάλης κατά του κεφαλαίου, των τραστ και του κράτους».

Τα συνδικάτα βρέθηκαν από οργανωτική κατάσταση χωρίς καθωρισμένα ορια, όπου λείπαν, όχι μονάχα απ’ την οργανωτική άποψη, βαθείς και αναγκαίοι δεσμοί με τις επιχειρήσεις, μα ακόμα και μια καλά καθορισμένη σύνδεση ανάμεσα στα μέλη και τη διοίκηση (τα μέλη δεν καταγράφονται, δεν πληρώνονται ταχτικά οι συνδρομές κλπ.). Αντί για μια διεύθυνση που να πραγματοποιείται κατά ένα σωστό τρόπο δια των κομμουνιστικών φράξιων, βλέπουμε μεμονωμένα μέλη της διοίκησης του Κόμματος να δίνουν διαταγές, πράγμα που, ουσιαστικά, κατέληξε στην υποκατάσταση απ’ τα μέλη αυτά της Έκτελ. Επιτροπής της Ένωτ. Γενικής Συνομοσπονδίας και των άλλων διευθυντικών συνδικαλιστικών οργανισμών. Η κατάσταση των ενωτικών (επαναστατικών) συνδικάτων, που είχε σαν αποτέλεσμα μια ελάττωση των δυνάμεων και που συνέτεινε στην αύξηση της επιρροής των αντιδραστικών οργανώσεων, δημιουργεί το φόβο ότι τα επαναστατικά συνδικάτα θα βρεθούν ανίκανα να οδηγήσουν τις πλατειές μάζες στην πάλη κατά της επίθεσης του κεφαλαίου. Είναι αναγκαία μια αποφασιστική στροφή στη δουλειά του ΚΚΕ όσον αφορά τη δουλειά στα συνδικάτα, που πρέπει να γίνουν όργανα πάλης των μαζών, εισδύοντας βαθειά στα εργοστάσια και τις επιχειρήσεις. Είναι αναγκαία η αναδιοργάνωση των συνδικάτων πάνω στη βάση των επιχειρήσεων, η μετατροπή των διαφόρων Ομοσπονδιών σε πραγματικές οργανώσεις κατά παραγωγή και η πραγματική δημιουργία μιας κεντρικής διοίκησης, η εμφύτευση σ’ όλους τους συνδικαλιστικούς οργανισμούς των κολλεκτιβιστικών μεθόδων διεύθυνσης και δουλειάς. Η ΕΓΣ πρέπει να γίνει μια οργάνωση ικανή για δουλειά που θα συγκεντρώνει στους κόλπους της τη λύση των φλεγόντων ζητημάτων του συνδικαλιστικού κινήματος.

Δυναμώνοντας μ’ όλα τα μέσα τα επαναστατικά συνδικάτα στους κλάδους όπου οι εργάτες δεν είναι διόλου οργανωμένοι (μεταλλουργία, υφαντουργία κτλ.) το Κόμμα πρέπει ταυτόχρονα να δυναμώσει τη δουλειά μέσα στα σοσιαλφασιστικά και λοιπά συνδικάτα, πρέπει να ιδρύσει στέρεες, γερές ομάδες συνδικαλιστικής αντιπολίτευσης που θα ενεργούν από κοινού υπό την καθοδήγηση των κόκκινων συνδικάτων, για την κατάχτηση των πιο πάνω αναφερομένων συνδικαλιστικών οργανώσεων. Μια ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί στους σιδηροδρομικούς.

Διεξάγοντας μια αποφασιστική πάλη ενάντια στη σοσιαλδημοκρατική θεωρία για το αδύνατο της οικονομικής πάλης σε περίοδο κρίσης, το Κόμμα πρέπει να πλησιάσει δια του οργανωτικού του συστήματος τους ανέργους (δια μέσου των επιτροπών ανέργων) μη ξεχνώντας ότι στις σημερινές συνθήκες, αυτού βρίσκεται ένας από τους σημαντικώτερους ορούς για τη συγκέντρωση της πλειοψηφίας της εργατικής τάξης στην πάλη κατά της επίθεσης του κεφαλαίου. Πρέπει να διεξάγει μια συστηματική πάλη για τις κοινωνικές ασφαλίσεις, κατά πρώτο λόγο των ανέργων, με έξοδα των εργοδοτών και του Κράτους. Εξασφάλιση έκδοσης εντύπου οργάνου της ΕΓΣ.

Αγωνιζόμενο αποφασιστικά τόσο κατά του οππορτουνιστικού κινδύνου της δεξιάς, (του βασικού), όσο και κατά του κινδύνου απ’ τα «αριστερά» το Κόμμα πρέπει μέσα στην πορεία της πάλης να δημιουργήσει συνδικαλιστικά στελέχη που ιδεολογικά να ναι συνεπή. Μονάχα η πραγματοποίηση, των καθηκόντων που τέθηκαν και που απαιτεί την ένταση των δυνάμεων του Κόμματος και την κινητοποίηση όλων των συνδικαλισμένων, θα επιτρέψει την εξασφάλιση της επιτυχίας σ’ ό,τι αφορά την κατάχτηση των μαζών και την αποξένωση των εχθρών του εργατικού κινήματος, των σοσιαλφασιστών όλων των αποχρώσεων.

Η δουλειά στο χωριό

Το Κόμμα μπορεί να εκπληρώσει τα καθήκοντά του στο χωριό οργανώνοντας και καθοδηγώντας την πάλη των εργατών γης, των φτωχών και μεσαίων αγροτών για τις άμεσες διεκδικήσεις τους συνδεμένες με την πάλη για τη γη χωρίς αποζημίωση, κατά της φασιστικής τρομοκρατίας και του αντισοβιετικού πολέμου, για την εργατοαγροτική εξουσία. Ξεσκεπάζοντας τη δημαγωγία του Βενιζέλου, του αστικού κόμματος των αγροτοφασιστών, το ΚΚΕ στην πολιτική της μπουρζουαζίας για την «διάσωση» του χωριού (δασμοί πάνω στα γεωργικά προϊόντα, βραβεία εξαγωγής, μονοπώλιο εξαγωγής, διακανονισμός της παραγωγής, πιστώσεις στην αγροτική μπουρζουαζία, συνεταιρισμοί για τις εργασίες βελτίωσης της γης κτλ.) πρέπει να αντιτάξει το πρόγραμμά του της άμεσης και ουσιαστικής βοήθειας στους εργαζόμενους του χωριού, πρόγραμμα που σαν ουσιώδεις διεκδικήσεις πρέπει να περιλάβει: την απαλλαγή των εργατών γης και των φτωχών αγροτών απ’ την πληρωμή των άμεσων φόρων (κρατικών, κοινοτικών, εκκλησιαστικών) καθώς και των διαφόρων δανείων και επιβαρύνσεων και μεγάλη ελάττωση των άμεσων φόρων για τους μεσαίους χωρικούς. Κατάργηση των έμμεσων φόρων στα είδη κατανάλωσης των μαζών και στα αντικείμενα τα αναγκαία για την αγροτική οικονομία. Ολοκληρωτική κατάργηση όλων των καθυστερούμενων χρεών για τους εργαζόμενους αγρότες με πλήρη απαλλαγή απ’ την πληρωμή των τόκων για τα χρέη προς το κράτος, τις τράπεζες, τους τοκογλύφους και τους συνεταιρισμούς. Απαλλαγή των φτωχών και μεσαίων χωρικών απ’ την πληρωμή μισθώματος στο κράτος, τους μεγάλους γαιοκτήμονες και τις καπιταλιστικές επιχειρήσεις, με πέρασμα των εκμισθωμένων γαιών στους εκμισθωτές. Η γη στους εργαζόμενους χωρικούς χωρίς αποζημίωση, συμπεριλαμβανομένου και του ζωντανού και νεκρού υλικού. Απαλλαγή των προσφύγων από κάθε καταβολή για τη γη. Άμεση ενίσχυση των άνεργων εργατών γης, των χωρικών που ναι καταδικασμένοι στη δυστυχία, των προσφύγων, τα δε αναγκαία ποσά πρέπει να αφαιρεθούν απ’ τον μιλιταριστικό και αστυνομικό προϋπολογισμό, είτε να πληρωθούν υπό μορφή φόρων από τους μεγάλους γαιοχτήμονες και τους καπιταλιστές. Κοινωνικές ασφάλειες υπέρ των εργατών γης κατά της ανεργίας και υπέρ όλων των εργαζομένων του χωριού εις βάρος του Κράτους και των καπιταλιστών.

Το ουσιαστικό στοιχείο της πάλης στην ύπαιθρο συνίσταται στην οργάνωση της πάλης κατά της κυβέρνησης που πιέζει με τους φόρους και τα διάφορα βάρη, με τα καθυστερούμενα χρέη και τις εκμισθώσεις, κατά των εκποιήσεων στις δημοπρασίες.

Για την οργάνωση της πάλης οι αγρότες πρέπει να εκλέγουν επιτροπές πάλης των αγροτών. Αυτό να γίνεται σε συνελεύσεις όπου θα προσκαλείται όλος ο πληθυσμός του χωριού, με συμμετοχή των γυναικών και των νέων. Πρέπει να καταπιαστούμε με την ίδρυση συνδικάτων εργατών γης, για να καταστήσουμε την πάλη τους πιο οργανωμένη και πιο αποτελεσματική. Το αγροτικό κίνημα μπορεί και πρέπει να βρει στο Κομμουνιστικό Κόμμα τον μόνο του συνεπή καθοδηγητή. Η δουλειά που τείνει να συνδέσει την πάλη του προλεταριάτου των πόλεων με το αγροτικό κίνημα, την αλληλέγγυα και συντονισμένη δράση τους, αποτελεί ένα γερό όπλο ενότητας του επαναστατικού κινήματος.

Ο κυριώτερος κίνδυνος για το Κομμουνιστικό Κόμμα στην ύπαιθρο εκπροσωπείται απ’ το «Αγροτικό Κόμμα». Είναι ανάγκη να ενισχυθεί με όλα τα μέσα η δουλειά που τείνει να ξεσκεπάσει και να διαλύσει το κόμμα αυτό. Είναι ανάγκη να επαναληφθεί η έκδοση μιας αγροτικής εφημερίδας, να συγκληθούν μαζικές αγροτικές συνδιασκέψεις, να συγκεντρωθεί η δουλειά μας κατά το διάστημα της πιο κοντινής περιόδου στις πιο σημαντικές περιοχές, ξεκινώντας απ’ το συλλογισμό ότι η επιτυχία της δουλειάς στο χωριό εξαρτιέται απ’ την ανάπτυξη και το δυνάμωμα του κόμματος στα εργατικά κέντρα, απ’ την χρησιμοποίηση των δεσμών και της πείρας των εργατών. Ενίσχυση από οργανωτική άποψη της βάσης όπου στηρίζεται το Κομμουνιστικό Κόμμα στο χωριό με τη δημιουργία κομμουνιστικών πυρήνων όπου κατά πρώτο λόγο θα τραβηχθούν εργάτες γης και φτωχοί αγρότες. Είναι ανάγκη να ενισχυθεί η καθημερινή καθοδήγηση των κομμουνιστικών πυρήνων των χωριών. Πρέπει να εξασφαλισθεί μια συστηματική βοήθεια της κομματικής οργάνωσης του χωριού από μέρους των κομματικών οργανώσεων της πόλης.

Ο Νίκος Ζαχαριάδης στο δεύτερο συνέδριο του NOF (Narodno Osloboditelen Front – Λαϊκό Απελευθερωτικό Μέτωπο, απελευθερωτική οργάνωση των Σλαβομακεδόνων).

Το κόμμα και το εθνικό ζήτημα

Το ΚΚΕ έμεινε μακρυά απ’ την επαναστατική εθνικοαπελευθερωτική πάλη των λαών που καταπιέζονται απ’ τους Έλληνες. Δεν προσπάθησε να πάρει στα χέρια, να σταθεροποιήσει με οργανωτικά μέτρα την τεράστια συμπάθεια που απολαμβάνει το κομμουνιστικό κίνημα ανάμεσα στις καταπιεζόμενες εθνότητες (Μακεδόνες, Τούρκοι, Αλβανοί, Εβραίοι), πράγμα που διηυκόλυνε το σκοπό της μπουρζουαζίας όσον αφορά την αποξένωση των κομμουνιστών και την τρομοκρατία κατά των επαναστατικών μαζών των καταπιεζομένων εθνικοτήτων.

Το ΚΚ δεν αντέδρασε, όπως θα ‘πρεπε να το κάνει, κατά του κύματος του σκαιού αντισημιτισμού και του ερεθισμού κατά των άλλων λαών (Τούρκων, Μακεδόνων), δεν ξεσκέπασε το βάθος αυτής της πολιτικής της μπουρζουαζίας.

Το Κόμμα οφείλει χωρίς αναβολή να διεξάγει τον αγώγα για το δικαίωμα της ελεύθερης αυτοδιάθεσης των εθνών, φτάνοντας και μέχρις αποχωρισμού, κατά της εθνικής καταπίεσης και του εκδιωγμού των Μακεδόνων και Τούρκων, πρέπει να εξηγήσει, πλατειά και συστηματικά, το πρόγραμμα της ΚΔ στο εθνικό ζήτημα. Η δουλειά του Κόμματος πρέπει να συνδέεται με την καθημερινή πάλη όλων των εργατών και αγροτών, πράγμα που θα επιτρέψει το πιο εύκολο ξεσκέπασμα της μπουρζουαζίας, που στη δράση ανάμεσα στους εργαζόμενους καθοδηγείται απ’ την αρχή «διαιρεί και βασίλευε». Το Κόμμα πρέπει να λάβει μέτρα για να τραβήξει αμέσως στις γραμμές του τους καλύτερους εργάτες των πόλεων, του χωριού, τα καλύτερα πρωτοπόρα στοιχεία των αγροτών, των καταπιεζόμενωγ εθνικοτήτων και για να υποστηρίξει με όλα τα μέσα το εθνικοεπαναστατικό κίνημα.

Η Κομμουνιστική Νεολαία

Η φραξιονιστική πάλη που διεξαγότανε μέσα στο Κόμμα, μεταφέρθηκε μέσα στην Κομμουνιστική Νεολαία. Το Γραφείο της ΚΕ της ΟΚΝΕ αντί να αναλάβει την υπεράσπιση της γραμμής της ΕΕ της ΚΔΝ, παρά τις κατηγορηματικές ντιρεχτίβες της τελευταίας, που κατεδίκαζε την άνευ αρχών φραξιονιστική πάλη μέσα στη διοίκηση της ΟΚΝΕ, διαιρέθηκε το ίδιο σε τρεις ομάδες.

Οι διαφωνίες μέσα στο γραφείο της ΚΕ της ΟΚΝΕ είχαν την αυτή βάση (το αυτό φόντο), όπως και του κόμματος. Οι δεξιές είτε «αριστερές» παρεκκλίσεις απ’ τη μπολσεβίκικη γραμμή της ταξικής πάλης, η έλλειψη αρχών, η έλλειψη θέλησης για να ακολουθηθούν οι υποδείξεις της ΕΕ της ΚΔΝ, το γύμνασμα του εγκληματικού παιχνιδιού του φραξιονισμού (αυτή άλλωστε η II Ολομέλεια της ΚΕ της ΟΚΝΕ αποτελεί ένα χτυπητό παράδειγμα), όλα αυτά χαρακτηρίζουν τις διαφωνίες μέσα στην ΟΚΝΕ.

Χωρίς αμφιβολία η ύπαρξη αβαγκαρτιστικών τάσεων ευνόησε την εμφάνιση στη διοίκηση της ΟΚΝΕ μιας μεσοβέζικης πολιτικής, αλλά οι ομάδες μέσα στο Κόμμα όχι μονάχα ενεθάρρυναν την ανάπτυξη των τάσεων αυτών, μα ακόμα ζήτησαν να εκμεταλλευθούν την ΟΚΝΕ στη φραξιονιστική τους πάλη.

Το γραφείο της ΚΕ της ΟΚΝΕ αφού διέπραξε σοβαρώτατα πολιτικά λάθη, αναγνώρισε μόλα ταύτα, πριν από ορισμένες ομάδες του Κόμματος, πόσο ανυπόφορη και καταστρεπτική από πολιτική άποψη είναι η φραξιονιστική πάλη και μπήκε στο δρόμο διόρθωσης των λαθών του.

Το καθήκον τώρα του Κόμματος και της διοίκησής του είναι να κινητοποιήσει όλη την νεολαία στην πάλη στα δυο μέτωπα, να εξηγήσει βαθειά τη φύση και τις ρίζες των δεξιών και «αριστερών» οππορτουνιστικών λαθών που διαπράχθηκαν απ’ την ΚΕ του Κόμματος και την ΚΕ της ΟΚΝΕ, να δυναμώσει την επιρροή του Κόμματος μέσα στην Κομμουνιστική Νεολαία, να δυναμώσει τη σταθερή από μέρους του Κόμματος καθοδήγηση της ΟΚΝΕ και έτσι να αυξήσει ακόμα περισσότερο την μαχητική της ικανότητα.

Τις μορφές, τις μέθοδες και το ποιόν της από μέρους του Κόμματος καθοδήγησης της ΟΚΝΕ πρέπει να τις διαπνέει η εφαρμογή των οδηγιών της XI Ολομέλειας της ΕΕ της ΚΔ.

Επί πλέον οι τοπικές οργανώσεις του Κόμματος οφείλουν να βοηθήσουν με όλους τους τρόπους τις οργανώσεις της Κομμουνιστικής Νεολαίας στις προσπάθειές τους να μην καθυστερήσουν απ’ τον επιταχυνόμενο ρυθμό της επαναστατικής μάχης, στην πάλη τους να αποβούν μια αληθινή μαζική οργάνωση και να εφαρμόσουν τις ντιρεκτίβες που δίδονται ταυτόχρονα στο γράμμα αυτό απ’ την ΕΕ της ΚΔΝ.

Η πραγματοποίηση των επειγόντων καθηκόντων που μπαίνουν μπροστά στο ΚΚΕ δεν θα είναι δυνατή παρά υπό τον όρο του άμεσου και αλύπητου ξερριζώματος κάθε στοιχείου που είναι μολυσμένο απ’ το ολέθριο φραξιονιστικό πνεύμα. Η εσωκομματική πάλη κυρίως εξ αιτίας της μετατροπής της σε πάλη που δεν εμπνεότανε από καμιά αρχή, εξασθένησε την κομματική συνείδηση μέσα στους διευθυντικούς κύκλους, τύφλωσε τα διαμαχόμενα στοιχεία, τα εμπόδισε να εκτιμήσουν τα γεγονότα μπολσεβίκικα, εμπόδισε την διαπαιδαγώγηση του Κόμματος στο πνεύμα μιας πολιτικής που να εμπνέεται από καλά καθωρισμένες αρχές, στο προλεταριακό πνεύμα, το ξεκάθαρα επαναστατικό. Το φραξιονιστικό πνεύμα εξασθένησε τη θέληση μερικών στοιχείων του Κόμματος, υπόσκαψε την πειθαρχία και συνετέλεσε στη δημιουργία καθεστώτος κάτω απ’ το οποίο η εσωτερική ζωή του κόμματος κατέστη κτήμα του ταξικού εχθρού, είχε σαν αποτέλεσμα την υπόσκαψη του κύρους της διοίκησης του Κόμματος.

Χωρίς μια αποφασιστική εκκαθάριση (λικβιντάρισμα) της φραξιονιστικής πάλης είναι αδύνατη η πραγματοποίηση της απόλυτα αναγκαίας στροφής για την μπολσεβικοποίηση του κόμματος, για την οργάνωση της καθοδήγησης των επαναστατικών μαζών του προλεταριάτου και των αγροτών, την πάλη κατά του φασιστικού ζυγού της μπουρζουαζίας, για την τελειωτική απελευθέρωση των μαζών.

Η ΕΕ της ΚΔ σημειώνει με ευχαρίστηση ότι οι πρωτοπόροι εργάτες – μέλη του Κόμματος άρχισαν μόνοι τους την πάλη κατά του φραξιονιστικού πνεύματος. Η ΕΕ της ΚΔ έχει πεποίθηση ότι κάθε εργάτης και το Κόμμα στο σύνολό του θα καταπιαστούν με ένα μπολσεβίκικο πνεύμα αφοσίωσης και ομοφωνίας με την πραγματοποίηση των καθηκόντων που μπαίνουν, ότι θα πραγματοποιήσουν ρυθμούς δουλειάς που το ΚΚΕ δεν γνώρισε ως τώρα, για την εκτέλεση των καθηκόντων αυτών πρέπει να αναλάβει πλήρη ευθύνη κάθε μέλος του Κόμματος και κάθε οργάνωση, απ’ την ΚΕ ως τα στοιχεία της βάσης του Κόμματος. Η αυτοκριτική στους κόλπους του Κόμματος αποτελεί ένα ισχυρό όπλο επαναστατικής διαπαιδαγώγησης και τραβήγματος στην κομματική ζωή όλων των μελών, θα εξασφαλίσει ένα μπολσεβίκικο ατσάλωμα των στελεχών του Κόμματος, μια επιτάχυνση των ρυθμών δουλειάς, της μαχητικότητας όλου του Κόμματος, μια συνεπή πραγματοποίηση της πολιτικής γραμμής της ΚΔ. Μα το κόμμα δεν έχει ανάγκη μιας στείρας αυτοκριτικής που δεν ξεπερνά τα όρια του Πολιτικού Γραφείου και που περιορίζεται σε μια «αλληλοάφεση αμαρτιών». Χρειάζεται μια αυτοκριτική που θα ναι ένα μέσο διαρκούς ελέγχου, ένα μέσο δραστηριοποίησης όλης της δουλειάς του Κόμματος.

Σιδερένια ενότητα, μπολσεβίκικη πειθαρχία πάνω στη βάση μιας εξυψωμένης συνείδησης και της συναίσθησης της ευθύνης κάθε μέλους του Κόμματος που να ‘ναι συνδεδεμένο με τις μάζες και να τις καθοδηγεί στους ταξικούς αγώνες. Αυτές είναι οι εγγυήσεις για μια νικηφόρα πορεία του κόμματος. Πάνω σ’ αυτή τη βάση το Κόμμα οφείλει να δημιουργήσει στη θέση της αποσυντεθειμένης διοίκησης απ’ το φραξιονιστικό πνεύμα, μια καινούργια διοίκηση πού θα μπορέσει να οδηγήσει το Κόμμα στον ευρύ δρόμο της μπολσεβίκικης μαζικής δουλειάς.

Η ΚΔ είναι πεπεισμένη ότι υπό τους όρους αυτούς το ΚΚΕ θα ανταποκριθεί όπως οφείλει στις επερχόμενες ταξικές μάχες.

ΖΗΤΩ ΤΟ ΜΑΖΙΚΟ, ΕΝΙΑΙΟ ΚΑΙ ΟΜΟΙΟΓΕΝΕΣ ΚΚΕ!

ΖΗΤΏ Η ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ!

Το Προεδρείο της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Διεθνούς

«Ο Νέος Ριζοσπάστης», 1, 2 και 3 του Νοέμβρη 1931

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s