Η διαλεκτική σαν θεωρία της γνώσης. Η διαλεκτική λογική και η τυπική λογική. (Σοβιετικό εγχειρίδιο φιλοσοφίας, 1959)

Αποσπάσματα από το βιβλίο “Οι βασικές αρχές της μαρξιστικής φιλοσοφίας”, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 2005, σελ. 447-455. Κεφάλαιο 10: “Η διαλεκτική του προτσές της γνώσης”, παράγραφος 1: “Η διαλεκτική σαν θεωρία της γνώσης. Η διαλεκτική λογική και η τυπική λογική”.

Η γνώση είναι αντανάκλαση της πραγματικότητας. Η γνώση αποτελεί πολύπλοκο διαλεκτικό προτσές διείσδυσης του νου στην ουσία των πραγμάτων. Η γνώση συντελείται με την εμφάνιση και τη λύση αντιφάσεων και έχει ενεργητικό, δημιουργικό χαρακτήρα: η γνώση αποκαλύπτοντας τις νομοτέλειες του αντικειμενικού κόσμου δείχνει το δρόμο του μετασχηματισμού, της αλλαγής του.

Η υλιστική διαλεκτική, όντας και επιστήμη της νόησης, μελετά το αντικείμενό της ιστορικά, αποκαλύπτει την προέλευση και την ανάπτυξη της γνώσης. “Στη γνωσιοθεωρία -έγραφε ο Λένιν- όπως και σ’ όλες τις άλλες περιοχές της επιστήμης πρέπει να σκεφτόμαστε διαλεκτικά, δηλαδή να μη θεωρούμε τις γνώσεις μας σαν κάτι το έτοιμο και αμετάβλητο, αλλά να ξεδιαλύνουμε με τι τρόπο από την άγνοια προκύπτει η γνώση, με τι τρόπο η γνώση η όχι πλήρης και όχι ακριβής γίνεται πληρέστερη και ακριβέστερη”. [Β.Ι.Λένιν, Άπαντα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, τομ. 18, σελ 104.]

Πολλοί στοχαστές του παρελθόντος μελετούσαν τη γνώση και τις μορφές της ανεξάρτητα από την εξήγηση του αντικειμενικού τους περιεχομένου, θεωρούσαν ότι οι νόμοι της νόησης δεν έχουν καμιά σχέση με τους νόμους του ίδιου του Είναι. Παράδειγμα γι’ αυτό μπορεί ν’ αποτελέσει η γνωσιολογία (γνωσιοθεωρία) του Καντ ο οποίος προσπαθούσε να αναλύσει την ανθρώπινη γνώση και τις μορφές της ανεξάρτητα από το πραγματικό προτσές της γνώσης. Ο Καντ θεωρούσε βασικό καθήκον της γνωσιολογίας την εξήγηση των απριορικών (προεμπειρικών) όρων και μορφών της γνώσης. Ο φορμαλισμός της γνωσιοθεωρίας του Καντ συνίσταται στην απόσπαση των μορφών της νόησης από το αντικειμενικό τους περιεχόμενο.

Τους πραγματικούς νόμους της γνώσης μπορούμε να τους καταλάβουμε μόνο στην περίπτωση που θ’ αναλύσουμε το αντικειμενικό περιεχόμενο της γνώσης. Ο Χέγκελ θεωρούσε τις μορφές της νόησης μορφές ζωντανού, πραγματικού περιεχομένου που συνδέονται με τον αντικειμενικό κόσμο. Και αυτό είναι σωστό. Στη φιλοσοφία όμως του Χέγκελ δεν αντανακλούν οι νόμοι και οι μορφές της νόησης τους νόμους της φύσης αλλά, απεναντίας οι νόμοι της φύσης είναι το ωχρό αντίγραφο των νόμων ανάπτυξης του πνεύματος.

Η μαρξιστική φιλοσοφία ξεκινά από το γεγονός ότι η λεγόμενη υποκειμενική διαλεκτική (η ανάπτυξη της νόησής μας) είναι αντανάκλαση της αντικειμενικής διαλεκτικής (της ανάπτυξης των φαινομένων του αντικειμενικού κόσμου): “Οι νόμοι της σκέψης και οι νόμοι της φύσης -γράφει ο Ένγκελς- συμφωνούν αναγκαστικά μεταξύ τους, αρκεί να τους γνωρίζουμε σωστά”. [Φ. Ένγκελς, Η διαλεκτική της φύσης, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1997, σελ. 203.]

Η ενότητα των νόμων της νόησης και των νόμων του Είναι δε σημαίνει πως δεν υπάρχει καμιά διαφορά ανάμεσά τους. Οι νόμοι αυτοί είναι ενιαίοι ως προς το περιεχόμενο, διαφέρουν όμως ως προς τη μορφή της ύπαρξής τους: Οι νόμοι του Είναι υπάρχουν αντικειμενικά, ενώ οι νόμοι της νόησης υπάρχουν στη συνείδηση του ανθρώπου σαν αντανάκλαση των πρώτων. “Οι νόμοι της λογικής -γράφει ο Λένιν- είναι η αντανάκλαση του αντικειμενικού στην υποκειμενική συνείδηση του ανθρώπου”. [Β.Ι.Λένιν, Φιλοσοφικά τετράδια, ρωσ. έκδ., 1947, σελ. 158.] Και αφού οι νόμοι της φύσης και οι νόμοι της νόησης είναι ενιαίοι ως προς το περιεχόμενό τους, η διαλεκτική, σαν βαθυστόχαστη και ολόπλευρη θεωρία της ανάπτυξης, περιλαμβάνει τη θεωρία της γνώσης (γνωσιολογία) και τη λογική, που μελετούν τους νόμους ανάπτυξης της νόησης, της γνώσης.

Η ικανότητα της ανθρώπινης γνώσης έχει ιστορικό χαρακτήρα και εξαρτάται από την ανάπτυξη του ανθρώπου και του οργάνου του της νόησης – του εγκεφάλου. Αποφασιστικό ρόλο στο να αποκτηθεί η ικανότητα γνώσης σαν ειδική ανθρώπινη λειτουργία, έπαιξε η κοινωνία. Το προτσές της γνώσης έχει κοινωνικοϊστορικό χαρακτήρα και αναπτύσσεται ανάλογα με την ανάπτυξη της κοινωνίας. Τελικός σκοπός της γνώσης είναι η ικανοποίηση των κοινωνικά απαραίτητων πρακτικών αναγκών.

Ως τον Μαρξ, η υλιστική γνωσιολογία θεωρούσε υποκείμενο της γνώσης τον άνθρωπο σαν μεμονωμένο άτομο. Προσπαθούσε ν’ αποκαλύψει την ουσία των αισθημάτων και της νόησης των μεμονωμένων ανθρώπων βλέποντάς τους σαν καθαρά φυσικά όντα, χωρίς ν’ αντιλαμβάνεται την κοινωνική τους ουσία. Στην πραγματικότητα όμως η γνώση πραγματοποιείται όχι από μεμονωμένα άτομα (τέτοιοι άνθρωποι δεν υπάρχουν), αλλά από τους ανθρώπους μέλη της κοινωνίας και για την ικανοποίηση των αναγκών τους.

Η διαλεκτική μελετά τους νόμους ανάπτυξης της γνώσης με βάση τη γενίκευση όλης της ιστορίας της γνώσης. Για να βρούμε τους νόμους αυτούς είναι ανάγκη ν’ αναλύσουμε την ιστορία της φιλοσοφίας, την ιστορία των διαφόρων επιστημών, την ιστορία της διανοητικής ανάπτυξης του παιδιού, την προϊστορία της ανθρώπινης νόησης (ανάπτυξης της ψυχικότητας στα ζώα), την ιστορία της γλώσσας, τα δεδομένα της ψυχολογίας και της φυσιολογίας της ανώτερης νευρικής λειτουργίας. Καθένας από αυτούς τους κλάδους της επιστημονικής γνώσης ρίχνει φως στη μία ή την άλλη πλευρά του προτσές της γνώσης. Η ιστορία της φιλοσοφίας και η ιστορία των διαφόρων επιστημών δείχνουν το προτσές ανάπτυξης της ανθρώπινης γνώσης, την κίνησή του από την άγνοια στη γνώση, από την όχι πλήρη γνώση στην ολόπλευρη και βαθιά γνώση. Η μελέτη της συμπεριφοράς των ανώτερων ζώων, της διανοητικής ανάπτυξης του παιδιού και της ιστορίας της γλώσσας δίνει τη δυνατότητα να καταλάβουμε την εμφάνιση και την ανάπτυξη των γνωστικών ικανοτήτων του ανθρώπου (της αισθητηριακής γνώσης και της νόησης). Η ψυχολογία δίνει το υλικό για την κατανόηση του τρόπου που συντελείται το προτσές του αισθήματος, της αντίληψης, της παράστασης, της νόησης. Η φυσιολογία της ανώτερης νευρικής λειτουργίας αποκαλύπτει τις υλικές βάσεις των αισθημάτων και της νόησης.

Δεν είναι μόνο η διαλεκτική που μελετά τους νόμους και τις μορφές της νόησης. Με αυτό ασχολείται επίσης και η τυπική λογική. Γι’ αυτό προκύπτει το ζήτημα της σχέσης της διαλεκτικής με την τυπική λογική, της διαφοράς τους στον τρόπο μελέτης της νόησης.

Η τυπική λογική είναι η επιστήμη των μορφών της νόησης, των κανόνων και των μορφών ακολουθίας μιας κρίσης από άλλες. Μελετά τις μορφές της νόησης από την πλευρά της δομής τους, περιγράφει τους πιο απλούς τρόπους νόησης που χρησιμοποιούνται στη γνώση της πραγματικότητας, διατυπώνει τους κανόνες της συναγωγής μιας κρίσης από άλλες. Ιδιαίτερα η τυπική λογική λύνει ζητήματα σαν και τούτα: από ποια μέρη απαρτίζεται ο συλλογισμός, με ποιο τρόπο είναι συνδεδεμένες σε αυτόν οι χωριστές σκέψεις, σε ποια περίπτωση έπεται από αυτές έγκυρο συμπέρασμα και σε ποια όχι κλπ. Το σπουδαιότερο μέρος της τυπικής λογικής είναι η διδασκαλία για την απόδειξη, τη δομή της, τα είδη και τις δυνατότητες λαθών σε αυτή. Η ικανότητα να συνδέει κανείς σωστά τις σκέψεις στους συλλογισμούς είναι απαραίτητος όρος μιας στοιχειωδώς ορθής νόησης.

Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της τυπικής λογικής είναι ότι, στη μελέτη της διάρθρωσης των μορφών της νόησης, κάνει αφαίρεση της γένεσης και της ανάπτυξης αυτών των μορφών. Η τυπική λογική παίρνει τις διαμορφωμένες κρίσεις, έννοιες, συλλογισμούς και κάνει περιγραφή τους από την πλευρά της μορφής, της διάρθρωσης. Σε αυτό ξεκινάει από ορισμένους νόμους: από το νόμο της ταυτότητας, το νόμο της αντίφασης, το νόμο του αποκλειόμενου τρίτου και το νόμο του αποχρώντος λόγου, που διατυπώνουν τους όρους της προσδιοριστίας, της συνέπειας και της αποδεικτικότητας της νόησης.

Ο νόμος της ταυτότητας λέει ότι μια και η ίδια σκέψη στα πλαίσια κάποιου συλλογισμού οφείλει να είναι ταυτόσημη με τον εαυτό της. Ο νόμος της αντίφασης απαγορεύει τις λογικές αντιφάσεις στη νόηση: δύο κρίσεις από τις οποίες στη μία βεβαιώνεται κάτι για ένα αντικείμενο και στην άλλη, για το ίδιο αντικείμενο, στο ίδιο χρονικό διάστημα και από την ίδια άποψη έχουμε άρνηση εκείνου που βεβαιώνεται στην πρώτη κρίση, δεν μπορούν να είναι ταυτόχρονα αληθινές. Ο νόμος του αποκλειομένου τρίτου ορίζει ότι δύο αντιφατικές κρίσεις που η μία αρνείται την άλλη δεν μπορούν να ‘ναι ταυτόχρονα λαθεμένες. Και τέλος ο νόμος του αποχρώντος λόγου θεσπίζει ότι κάθε κρίση μπορεί να θεωρείται αληθινή μόνο όταν προσκομιστούν επαρκείς λόγοι της αλήθειας της.

Όλοι αυτοί οι νόμοι της τυπικής λογικής πρέπει να τηρούνται απαραίτητα όταν εξετάζεται με τη νόηση οποιοδήποτε αντικείμενο. Η παραβίαση αυτών των νόμων οδηγεί σε λάθη και κάνει τις σκέψεις μας παράλογες, αστήρικτες. Η παραβίαση, ιδιαίτερα του νόμου της αντίφασης οδηγεί σε σύγχυση, σε ασάφεια, σε ανακολουθία στη νόηση. Λόγου χάρη, μπορούμε να συναντήσουμε δύο τέτοιους αντιφατικούς ισχυρισμούς: 1) “Ο μηχανικισμός στη φιλοσοφία είναι προοδευτικό φαινόμενο” και 2) “Ο μηχανικισμός στη φιλοσοφία δεν είναι προοδευτικό, αλλά αντιδραστικό φαινόμενο”. Κάθε μια από τις δύο αντιφατικές αυτές κρίσεις είναι σωστή, αν πρόκειται για το μηχανικισμό σε διαφορετικές εποχές. Ο μηχανικισμός στο 17ο – 18ο αιώνα είχε προοδευτική σημασία, ήταν βήμα προς τα μπρος σε σύγκριση με τη θεολογία και το σχολαστικισμό. Στις σύγχρονες όμως συνθήκες ο μηχανικισμός εμποδίζει την ανάπτυξη της φιλοσοφίας και της επιστήμης, τις τραβά προς τα πίσω. Οι δύο όμως αυτές κρίσεις είναι λογικά ασυμβίβαστες όταν πρόκειται για το μηχανικισμό μιας και της ίδιας εποχής δηλαδή, στις ίδιες συνθήκες και από την ίδια άποψη. Αν υποστηρίξουμε ότι ο σύγχρονος μηχανικισμός σε σχέση με το διαλεκτικό υλισμό είναι και αντιδραστικός και προοδευτικός, τότε η κρίση θα είναι μπερδεμένη, λογικά αντιφατική, η μια σκέψη σ’ αυτήν δε συμφωνεί με την άλλη. Ο Λένιν έγραφε ότι η λογική αντιφατικότητα “υπό τον όρο, βέβαια, ότι ο λογικός συλλογισμός είναι σωστός – δεν πρέπει να υπάρχει ούτε στην οικονομική ούτε στην πολιτική ανάλυση”. [Β.Ι.Λένιν, Άπαντα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, τόμ. 30, σελ 91.]

Ο σωστά εννοούμενος λογικός νόμος της αντίφασης συμβιβάζεται πλήρως με την αναγνώριση της ύπαρξης αντιφάσεων στον αντικειμενικό κόσμο και στην ανάπτυξη της νόησής μας. Είναι νόμος σύνδεσης διαμορφωμένων σκέψεων και κάνει αφαίρεση της γένεσης και ανάπτυξής τους. Στο προτσές της ανάπτυξης της γνώσης οι έννοιες μπορούν ν’ αλλάζουν το περιεχόμενό τους, να βαθαίνουν, να αναπτύσσονται. Το γεγονός αυτό, όπως θα αποδειχτεί παραπέρα, μπορεί να οδηγήσει σε αντιφάσεις με τον ίδιο τον εαυτό τους.

Τις αντιφάσεις στη γνώση, που αντανακλούν τις αντιφάσεις του αντικειμενικού κόσμου και τον αντιφατικό χαρακτήρα του προτσές της αντανάκλασής του, δεν πρέπει να τις συγχέουμε με τις αντιφάσεις της τυπικής λογικής, που προκύπτουν σαν αποτέλεσμα της ασυνέπειας, της σύγχυσης της νόησης του ενός ή του άλλου ανθρώπου. Οι πρώτες είναι νομοτελειακές, αναγκαίες για την ολόπλευρη γνώση του κόσμου σε όλη την πολυπλοκότητά του, με όλες του τις αντιφάσεις. Οι δεύτερες δυσχεραίνουν την κίνησή μας προς την αλήθεια, δεν αντανακλούν τις αντικειμενικές αντιφάσεις. Γι’ αυτό πρέπει να απομακρύνουμε τις λογικές αντιφάσεις και να πετυχαίνουμε την καθαρότητα και τη συνέπεια της νόησης.

Οι νόμοι της νόησης, που περιγράφονται από την τυπική λογική, αντανακλούν τις πιο απλές σχέσεις των πραγμάτων. Λόγου χάρη, ο νόμος της ταυτότητας αντανακλά την ομοιότητα των φαινομένων της πραγματικότητας, τη σχετική σταθερότητα και την προσδιοριστία των αντικειμένων. Η σκέψη στο διαλογισμό πρέπει να ‘ναι καθαρή και προσδιορισμένη, γιατί το ίδιο το αντικείμενο, παρά τη μεταβλητότητά του, είναι ποιοτικά σταθερό.

Οι νόμοι της τυπικής λογικής αντανακλούν μια ορισμένη πλευρά των αντικειμένων – το στοιχείο της σταθερότητάς τους και της σχετικής τους μονιμότητας. Και εφόσον οι νόμοι αυτοί αντανακλούν κάποια πλευρά των φαινομένων της πραγματικότητας μπορούν να χρησιμεύουν, αν και σε περιορισμένη κλίμακα, σαν μέθοδος για την απόκτηση καινούριων γνώσεων. Ο Ένγκελς έγραφε: “Ακόμα και η τυπική λογική αποτελεί προπαντός μέθοδο για την ανακάλυψη καινούριων αποτελεσμάτων για το πέρασμα από το γνωστό στο άγνωστο. Το ίδιο ακριβώς αλλά σε πολύ ανώτερο βαθμό αποτελεί και η διαλεκτική που, για τον ίδιο σκοπό, σπάζει το στενό ορίζοντα της τυπικής λογικής, και περιέχει μέσα της το σπέρμα μιας πιο πλατιάς κοσμοθεωρίας”. [Φ. Ένγκελς, Αντι-Ντίρινγκ, ρωσ. έκδ., 1957, σελ. 126-127]

Κατά τη μελέτη ενός αντικειμένου είναι αναγκαίο να γίνεται αφαίρεση κάποιων πλευρών του και συγκέντρωση της προσοχής σε μία πλευρά. Έτσι γίνεται σε όλους τους κλάδους της επιστήμης. Στα μαθηματικά πχ, κάνουμε αφαίρεση της ποιοτικής προσδιοριστίας των αντικειμένων και τα εξετάζουμε από την πλευρά των ποσοτικών και χωρικών σχέσεών τους. Η τέτοια αφαίρεση είναι απαραίτητη για τη βαθιά κατανόηση του κόσμου. Ωστόσο, δεν πρέπει να ξεχνούμε ποτέ ότι υπάρχουν και άλλες πλευρές του αντικειμένου.

Το ίδιο ισχύει και για την τυπική λογική. Είναι δυνατόν, όταν μελετούμε τις μορφές της νόησης, να κάνουμε αφαίρεση της ανάπτυξής τους, όμως τις νομοτέλειες που αντανακλούν μια πλευρά της πραγματικότητας -τη σχετική σταθερότητα των πραγμάτων και της αντανάκλασής τους στο κεφάλι των ανθρώπων- δεν πρέπει να τις θεωρούμε σαν μοναδικές. Η μετατροπή της τυπικής λογικής σε μοναδική επιστήμη της νόησης και των νόμων της, σε καθολική μέθοδο γνώσης των φαινομένων της πραγματικότητας, οδηγεί στη μεταφυσική, στην άρνηση της ανάπτυξης και των αντιφάσεων της αντικειμενικής πραγματικότητας και της γνώσης μας γι’ αυτήν. Η διαλεκτική λογική, χωρίς ν’ αρνείται τη σημασία της τυπικής λογικής, δείχνει ποια είναι η θέση της τελευταίας στη μελέτη των νόμων και των μορφών της νόησης και αντιτάσσεται στη μετατροπή της τυπικής λογικής σε μοναδική επιστήμη των νόμων και των μορφών της νόησης. Την ανάπτυξη, της οποίας κάνει αφαίρεση η τυπική λογική στη μελέτη της νόησης, η διαλεκτική τη μελετά βαθιά και ολόπλευρα. Γι’ αυτό η διαλεκτική δίνει τη δυνατότητα να καταλάβουμε τη σημασία και εκείνης της πλευράς της νόησης που μελετάει η τυπική λογική. Οι νόμοι της σύνδεσης των έτοιμων μορφών της νόησης, της διάρθρωσης της νόησης μπορούν να κατανοηθούν μόνο με βάση τη γνώση των νόμων της ανάπτυξης της νόησης, της γνώσης.

Ο Β.Ι.Λένιν καθόρισε την ουσία της διαλεκτικής λογικής και τις διαφορές της από την τυπική λογική: “Η λογική -έγραφε ο Λένιν για τη διαλεκτική λογική- είναι διδασκαλία όχι για τις εξωτερικές μορφές της νόησης, αλλά για τους νόμους εξέλιξης ‘όλων των υλικών, φυσικών και πνευματικών πραγμάτων’, δηλαδή της εξέλιξης όλου του συγκεκριμένου περιεχομένου του κόσμου και της γνώσης αυτού του κόσμου, δηλ. το αποτέλεσμα, το άθροισμα, το συμπέρασμα της ιστορίας της γνώσης του κόσμου.” [Β.Ι.Λένιν, Άπαντα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, τομ. 29, σελ. 84.]

Η διαλεκτική λογική έχει περιεχόμενό της τη μελέτη των σχέσεων, των περασμάτων, των αντιφάσεων, των εννοιών όπου αντανακλώνται οι σχέσεις, τα αλληλοπεράσματα, οι αντιφάσεις των φαινομένων του αντικειμενικού κόσμου. Η διαλεκτική δεν περιορίζεται στην απαρίθμηση των διαφόρων μορφών της κίνησης της νόησης (κρίσεων, εννοιών, συλλογισμών), αλλά καθορίζει την υπόταξή τους και δείχνει κατά ποιο τρόπο στο προτσές ανάπτυξης της γνώσης η μία μορφή περνάει στην άλλη. Το κύριο πρόβλημα της διαλεκτικής λογικής είναι το πρόβλημα της αλήθειας. Η διαλεκτική λογική εξετάζει τις μορφές της νόησης από άποψη περιεχομένου, δείχνει με ποιο τρόπο πετυχαίνεται στις μορφές της νόησης, η αληθινή γνώση για τον κόσμο.

Η διαλεκτική λογική απαιτεί το αντικείμενο και η αντανάκλασή του στη συνείδηση των ανθρώπων να εξετάζονται ολόπλευρα: στην ανάπτυξη, στην αυτοκίνηση, στους ουσιώδεις δεσμούς με τα άλλα αντικείμενα, στην εμφάνιση και τη λύση των αντιφάσεων, στις ποσοτικές και ποιοτικές τους αλλαγές κλπ. Η διαλεκτική λογική δεν έχει ιδιαίτερους νόμους, διαφορετικούς από τους νόμους της διαλεκτικής. Όλοι οι νόμοι της διαλεκτικής είναι νόμοι και της διαλεκτικής λογικής. Ενώ οι νόμοι της τυπικής λογικής αντανακλούν τις πιο απλές σχέσεις των αντικειμένων, χωριστές πλευρές του υλικού κόσμου – το στοιχείο της ηρεμίας, της σταθερότητας – οι νόμοι της διαλεκτικής αντανακλούν τις ουσιωδέστερες νομοτέλειες των φαινομένων της πραγματικότητας, τα οποία εξετάζονται στην ανάπτυξη, που κλείνει μέσα της τη σχετική ηρεμία και σταθερότητα.

Η βασικές μεθοδολογικές απαιτήσεις της στη μελέτη του αντικειμένου της διατυπώθηκαν από τον Β.Ι.Λένιν κατά τον ακόλουθο τρόπο:

“Για να γνωρίσουμε πραγματικά ένα αντικείμενο πρέπει να συμπεριλάβουμε, να μελετήσουμε όλες τις πλευρές του, όλες τις διασυνδέσεις και τις ‘έμμεσες σχέσεις’ του. Ποτέ δε θα το πετύχουμε αυτό πλήρως, η απάντηση όμως της ολόπλευρης μελέτης θα μας προφυλάξει από τα λάθη και από την αποστέωση. Αυτό είναι το πρώτο. Δεύτερο, η διαλεκτική λογική απαιτεί να παίρνουμε το αντικείμενο στην εξέλιξή του, στην αυτοκίνησή του (όπως λέει κάποτε ο Χέγκελ), στην αλλαγή του… Τρίτο, όλη η ανθρώπινη εμπειρία πρέπει να περιληφθεί στον πλήρη ‘ορισμό του αντικειμένου και σαν κριτήριο της αλήθειας και σαν πρακτικός καθοριστής της σύνθεσης του αντικειμένου με αυτό που χρειάζεται στον άνθρωπο. Τέταρτο, η διαλεκτική λογική διδάσκει ότι ‘δεν υπάρχει αφηρημένη αλήθεια, η αλήθεια είναι πάντοτε συγκεκριμένη’…” [Β.Ι.Λένιν, Άπαντα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, τομ. 42, σελ. 290.]

Εφαρμογή των νόμων της διαλεκτικής στη μελέτη της νόησης δημιουργεί όλους τους όρους για τη διείσδυση στην ουσία της. Η διαλεκτική λογική αποκαλύπτει τη διαλεκτική της γνώσης, δηλαδή τους νόμους ανάπτυξής της, μαζί και της ανάπτυξης των μορφών της νόησης. Και αυτό σημαίνει ότι η διαλεκτική λογική είναι η ολόπλευρη και βαθιά διδασκαλία για την ανάπτυξη της ανθρώπινης γνώσης σαν αντανάκλασης της ανάπτυξης του υλικού κόσμου.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s