Σχέδιο θέσεων για την επαναστατική στρατηγική των μπολσεβίκων (πέντε σημεία και δύο ερωτήματα)

Στόχος μου δεν είναι μια γενική επισκόπηση της επαναστατικής θεωρίας, αλλά η απόκρουση συγκεκριμένων ιδεολογημάτων, τα οποία κυριαρχούν και καθορίζουν τις αναλύσεις του συνόλου των ελληνικών πολιτικών δυνάμεων που εντάσσουν τον εαυτό τους στην επαναστατική αριστερά, σχετικά με την επανάσταση και τη στρατηγική που οδηγεί σε αυτή. Περίοπτη θέση στα ιδεολογήματα αυτά κατέχει η διαβόητη “θεωρία των σταδίων”. Αφού κατασκευάζεται μια καρικατούρα θεωρίας κάτω από αυτό τον όρο, η καρικατούρα αυτή ανατρέπεται πανηγυρικά. Η “θεωρία των σταδίων”, με τον τρόπο που συνήθως περιγράφεται, μπορεί να χωρέσει αντιδιαμετρικά αντίθετες θεωρίες, επαναστατικές και ρεφορμιστικές, μαζί και τη λενινιστική στρατηγική της επανάστασης. Γι’ αυτό και πρόκειται για καρικατούρα: αποσιωπεί προβλήματα, περνάει αυθαίρετες υποθέσεις ως αυτονόητες, παραχαράσσει την ιστορική αλήθεια.

Από που να ξετυλίξουμε αυτό το κουβάρι; Από την αρχή, από την επανάσταση του Οκτώβρη. Για να αποφύγουμε συμπεράσματα που εξάγονται με βιασύνη με βάση μετέπειτα εξελίξεις στον 20ό αιώνα, για να χτίσουμε μια στέρεη βάση κριτικής σε αυτή την καρικατούρα, θα πρέπει καταρχήν να εξετάσουμε ξεχωριστά την επαναστατική στρατηγική που οδήγησε τους μπολσεβίκους στη νίκη.

Πέντε σημεία για τη λενινιστική στρατηγική της επανάστασης:

1) Ο Λένιν στο έργο του διαχωρίζει επανειλημμένα και με σαφήνεια, λογικά και ιστορικά, την επερχόμενη επαναστατική διαδικασία στη Ρωσία σε δύο διακριτά στάδια, επιμένει στο διαχωρισμό αυτό και κατηγορεί αντίπαλα πολιτικά ρεύματα επειδή συγχέουν αυτά τα δύο και συσκοτίζουν τις διαφορές και τις σχέσεις ανάμεσά τους. Τα στάδια αυτά είναι η δημοκρατική και η σοσιαλιστική επανάσταση.

2) Το έργο “δύο τακτικές της σοσιαλδημοκρατίας στη δημοκρατική επανάσταση” καταπιάνεται αποκλειστικά με τα συγκεκριμένα ζητήματα γύρω από τη δημοκρατική επανάσταση: προσωρινή κυβέρνηση, συντακτική συνέλευση, δημοκρατική δικτατορία, καθώς και τη στάση κάθε τάξης και πολιτικού ρεύματος απέναντι στα ζητήματα αυτά και την ίδια την επανάσταση. Αντίθετα, δεν καταπιάνεται καθόλου με το ζήτημα της σοσιαλιστικής επανάστασης, παρά μόνο για να περιγράψει με γενικό τρόπο το πλέγμα των ταξικών σχέσεων μέσα στο οποίο αυτή θα αναπτυχθεί, και το οποίο πλέγμα θα προκύψει από τη νίκη της δημοκρατικής επανάστασης. Ο Λένιν εξηγεί και υπερασπίζεται την επιλογή του αυτή.

3) Η δημοκρατική επανάσταση -στην πραγματικότητα κάθε επαναστατική διαδικασία- ενώνει στις γραμμές της διαφορετικές κοινωνικές τάξεις και στρώματα, με διαφορετικούς προσανατολισμούς, σκοπούς και συμφέροντα. Η στάση κάθε τάξης απέναντι στην επανάσταση, η φιλική ή εχθρική τοποθέτηση, ο συνεπής ή ασυνεπής χαρακτήρας αυτής της τοποθέτησης, καθορίζεται από τη θέση της στην παραγωγή και τις σχέσεις που τη συνδέουν με τις άλλες τάξεις και με την πολιτική εξουσία. Αντίστοιχα καθορίζονται και οι ταξικές κοινωνικές συμμαχίες.

4) Με τις “θέσεις του Απρίλη” (1917) ο Λένιν αναθεωρεί τις μέχρι τότε διατυπωμένες θέσεις του, όχι επειδή τις έκρινε λαθεμένες, αλλά επειδή η εξέλιξη των κοινωνικών συνθηκών στη Ρωσία κατέστησε πλέον τις συνθήκες τις οποίες περιέγραφαν ξεπερασμένες (συνθήκες τσαρικής απολυταρχίας), τη διαδικασία που περιέγραφαν τετελεσμένη (δημοκρατική επανάσταση) και επομένως τις θέσεις αναντίστοιχες με τη νέα πραγματικότητα. Δεν τις εγκαταλείπει επειδή τις θεωρεί λαθεμένες για τις συνθήκες που διατυπώθηκαν, όπως έχει υποστηριχθεί ή αφήνεται να εννοηθεί από πολλά και ετερόκλητα πολιτικά ρεύματα. Οι “θέσεις του Απρίλη” δεν είναι άρνηση των “δύο τακτικών”, είναι μετεξέλιξή τους. Δεν αναιρούν τις παλιές θέσεις, τις επιβεβαιώνουν.

5) Ο Λένιν, στην πορεία από το Φλεβάρη στον Οκτώβρη του 1917, αναλύει την καινούρια κατάσταση βασισμένος στις ταξικές σχέσεις που ο ίδιος είχε εύστοχα προβλέψει και περιγράψει με γενικούς όρους από το 1905. Εμπλουτίζει την ανάλυσή του, και αυτό που μέχρι τότε περιέγραφε με γενικό τρόπο, το περιγράφει πλέον με συγκεκριμένο, μιας και είναι ήδη ιστορικά τετελεσμένο. Ταυτόχρονα αναλύει τα καινούρια καθήκοντα των μπολσεβίκων. Η πορεία των επαναστάσεων το έτος 1917 επιβεβαιώνει τις θέσεις του.

Και δύο ερωτήματα για την ταξική συνείδηση:

Ερώτημα 1: Γιατί η ρώσικη εργατική τάξη ενδιαφέρονταν για την αστική-δημοκρατική επανάσταση;

Ερώτημα 2: Γιατί η επανάσταση του Φλεβάρη του 1917 δεν μπορούσε να είναι σοσιαλιστική;

Έπεται συνέχεια.

Advertisements
Posted in θεωρία | Comments Off on Σχέδιο θέσεων για την επαναστατική στρατηγική των μπολσεβίκων (πέντε σημεία και δύο ερωτήματα)

Το ιστορικό υποκείμενο της καπιταλιστικής παλινόρθωσης [2]: παρατηρήσεις και πηγές

Βλ. Το ιστορικό υποκείμενο της καπιταλιστικής παλινόρθωσης: ορισμένες σκέψεις.

Σημείο 1.

Για τα στελέχη της παραγωγής ως πρόπλασμα της νέας αστικής τάξης:

Το γεγονός ότι τα στελέχη της παραγωγής ήταν εμβρυακή μορφή της νέας αστικής τάξης φαίνεται με τον πιο καθαρό τρόπο στην περίοδο που ακολούθησε τη επίσημη εγκατάλειψη της σοσιαλιστικής κατεύθυνσης στην ΕΣΣΔ, το 1991: οι διευθυντές των “σοσιαλιστικών” επιχειρήσεων μεταμορφώθηκαν -κυριολεκτικά- εν μία νυκτί σε ιδιοκτήτες. Αυτό, ωστόσο, ήταν το τέλος μιας πορείας παλινόρθωσης, και όχι η αρχή της.

Το ερώτημα είναι αμείλικτο: αν η περίοδος της σοσιαλιστικής οικοδόμησης είναι μια περίοδος που ακόμα παλεύουν η καπιταλιστική με την πρώιμη κομμουνιστική κοινωνία, τότε ποιος είναι ο κοινωνικός φορέας του καπιταλισμού που ακόμα παλεύει να επιβιώσει; Αν η αστική τάξη έχει ολοκληρωτικά εξαλειφθεί τότε η κοινωνία δεν μπορεί πλέον να χαρακτηριστεί ως μεταβατική ανάμεσα στις δύο κοινωνίες, η καινούρια κοινωνία έχει ήδη νικήσει (αυτή ήταν η θέση που λανθασμένα υποστήριξε ο Στάλιν).

Για τη θεώρηση της ιντελιγκέντσιας ως ενδιάμεσο στρώμα:

Προηγούμενα ήταν αναγκασμένη να υπηρετεί τις πλούσιες τάξεις, επειδή δεν είχε άλλη εναλλακτική. Σήμερα πρέπει να υπηρετεί το λαό, επειδή δεν υπάρχουν πια εκμεταλλεύτριες τάξεις. Και αυτός ακριβώς είναι ο λόγος που είναι σήμερα ένα ισότιμο μέλος της Σοβιετικής κοινωνίας, στην οποία, στο πλευρό των εργατών και των αγροτών, τραβώνας μαζί τους, συμμετέχει στο χτίσιμο της νέας, αταξικής, σοσιαλιστικής κοινωνίας. […] Η ιντελιγκέντσια δεν ήταν ποτέ τάξη, και δεν μπορεί ποτέ να είναι τάξη – ήταν και παραμένει ένα στρώμα, το οποίο στρατολογεί τα μέλη του απ’ όλες τις τάξεις της κοινωνίας.

http://www.marxists.org/reference/archive/stalin/works/1936/11/25.htm

Σύμφωνα με αυτή τη λογική, η διανόηση στον καπιταλισμό έχει θέση ενδιάμεση μεταξύ της αστικής και της εργατικής τάξης. Εφόσον η πρώτη έχει πάψει πια να υφίσταται, αναπόφευκτα η διανόηση πρέπει να υπηρετεί την εργατική τάξη. Αυτό ωστόσο θα είχε νόημα μόνο αν η διανόηση εξακολουθούσε να έχει ακόμα ενδιάμεση θέση. Ενδιάμεση ανάμεσα σε ποιους πόλους όμως; Όταν ο ένας πόλος (η αστική τάξη) είχε πάψει πια να υφίσταται, το ενδιάμεσο στρώμα πήρε τη θέση του, δεν εξαναγκάστηκε να υπηρετεί τον άλλο πόλο, την εργατική τάξη, διότι οι αντικειμενικοί λόγοι που έκαναν τη διακριτή -αλλά όχι ανεξάρτητη- ύπαρξή του αναγκαία, η διάκριση σωματικής και πνευματικής εργασίας, κληρονομιά του καπιταλισμού και έκφραση του καπιταλιστικού καταμερισμού εργασίας, δεν είχαν πάψει να υφίστανται. Αυτό είναι περιγραφή απλοϊκή, αλλά νομίζω στα συμπεράσματά της σωστή: η αστική τάξη επιβιώνει με τη μορφή που μπορεί να επιβιώσει.

Σημείο 2.

β) Μίλησα για “διαμόρφωση αστικής ιδεολογίας, η οποία όμως λόγω των σοσιαλιστικών συνθηκών στις οποίες αναπτύσσεται είναι αναγκασμένη να μασκαρεύεται σε κομμουνιστική”. Είναι λάθος να θεωρήσουμε ότι υπήρξε εκ των προτέρων ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα μετάβασης από το σοσιαλισμό στον καπιταλισμό. Αντίθετα, οι ρεβιζιονιστές κινήθηκαν βλέποντας και κάνοντας, τόσο στην οικονομία όσο και στην πολιτική. Ο τέτοιος χαρακτήρας της μετάβασης καθορίστηκε από τον (ειρηνικό) τρόπο που αυτή συντελέστηκε: αν ο σοσιαλισμός στην ΕΣΣΔ είχε ανατραπεί με βίαιο τρόπο, είτε εσωτερικά είτε εξωτερικά, κάτι τέτοιο δε θα ήταν απαραιτήτως αναγκαίο. Ταυτόχρονα δεν πρέπει να παραβλέπονται οι αντιθέσεις εντός της νέας αστικής τάξης για την κατεύθυνση και την έκταση των καπιταλιστικών μεταρρυθμίσεων.

Σημείο 3.

α) Για τη διαφθορά και τα προνόμια της διανόησης την περίοδο πριν το 1936 βλ. κάποια ενδιαφέροντα αποσπάσματα από το βιβλίο “Τρόμος και δημοκρατία στην εποχή του Στάλιν” εδώ.

Για την περίοδο 1936-38 ως στροφή σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο της σχετικής φιλελευθεροποίησης βλ. την εργασία του Arch Getty “State and Society Under Stalin: Constitutions and Elections in the 1930s“.

β) Για την υπόθεση του Λένινγκραντ και τις θέσεις για την οικονομία που διατυπώθηκαν το 1947-1950 βλ. το βιβλίο του Bill Bland, Η παλινόρθωση του καπιταλισμού στην ΕΣΣΔ. Ένας εκ των εμπλεκομένων στην αντιπολιτευτική ομάδα ήταν ο Α.Κοσύγκιν, μετέπειτα πρωθυπουργός της ΕΣΣΔ, εισηγητής της καπιταλιστικής μεταρρύθμισης του 1965.

Η θέση του Στάλιν το 1938 για τη σχέση μεταξύ παραγωγικών δυνάμεων και παραγωγικών σχέσεων στο σοσιαλισμό:

Η βάση των παραγωγικών σχέσεων στο σοσιαλιστικό σύστημα, οι οποίες μέχρι στιγμής έχουν εγκαθιδρυθεί μόνο στην ΕΣΣΔ, είναι η κοινωνική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής. Εδώ δεν υπάρχουν πια εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενοι. Τα προϊόντα που παράγονται κατανέμονται ανάλογα με την εργασία που έχει διατελεστεί, σύμφωνα με την αρχή: “όποιος δε δουλεύει, δεν τρώει”. Εδώ οι αμοιβαίες σχέσεις των ανθρώπων στη διαδικασία της παραγωγής χαρακτηρίζονται από συντροφική συνεργασία και τη σοσιαλιστική αλληλοβοήθεια των εργατών που είναι απελευθερωμένοι από την εκμετάλλευση. Εδώ οι σχέσεις παραγωγής ανταποκρίνονται πλήρως στην κατάσταση των παραγωγικών δυνάμεων, διότι ο κοινωνικός χαρακτήρας της διαδικασίας της παραγωγής υποστηρίζεται από την κοινωνική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής.

http://www.marxists.org/reference/archive/stalin/works/1938/09.htm

Και το 1951 στα “Οικονομικά προβλήματα του σοσιαλισμού”:

Ο σ. Γιαροσένκο κάνει λάθος όταν ισχυρίζεται ότι στο σοσιαλισμό δεν υπάρχει καμιά αντίθεση ανάμεσα στις σχέσεις παραγωγής και τις παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας. Φυσικά, οι σημερινές μας σχέσεις παραγωγής βρίσκονται σ’ εκείνη την περίοδο, όπου σε αντιστοιχία πέρα για πέρα με την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων τις κινούν προς τα μπρος με μεγάλη ταχύτητα. Αλλά θα ήταν λάθος να επαναπαυόμαστε σ’ αυτό και να νομίζουμε πως δεν υπάρχουν καθόλου αντιθέσεις ανάμεσα στις παραγωγικές μας δυνάμεις και τις σχέσεις παραγωγής. Αντιθέσεις ασφαλώς υπάρχουν και θα υπάρχουν, εφόσον η ανάπτυξη των σχέσεων παραγωγής καθυστερεί και θα καθυστερεί από την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων.

Σε περίπτωση σωστής πολιτικής των καθοδηγητικών οργάνων, αυτές οι αντιθέσεις δεν μπορούν να μετατραπούν σε εναντιωθείς και το πράγμα εδώ δεν μπορεί να φτάσει μέχρι τη σύγκρουση ανάμεσα στις σχέσεις παραγωγής και τις παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας. Αλλη υπόθεση, αν θα ακολουθήσουμε λαθεμένη πολιτική, σαν αυτήν που συστήνει ο σ. Γιαροσένκο. Σ’ αυτήν την περίπτωση η σύγκρουση θα είναι αναπόφευκτη και οι σχέσεις παραγωγής μας μπορούν να μετατραπούν σε σοβαρή τροχοπέδη της παραπέρα ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων.

Πηγή.

δ) Να μη συγχέουμε την πολιτική εξουσία με τις σχέσεις παραγωγής. Για το τι σημαίνει σοσιαλιστικό κράτος:

Λέμε συχνά ότι η δημοκρατία μας είναι σοσιαλιστική. Μήπως όμως αυτό σημαίνει ότι πραγματοποιήσαμε κιόλας το σοσιαλισμό, εκμηδενίσαμε τις τάξεις και καταργήσαμε το κράτος (γιατί πραγματοποιημένος σοσιαλισμός σημαίνει απονέκρωση του κράτους); Ή αυτό σημαίνει ότι στο σοσιαλισμό θα υπάρχουν ακόμα τάξεις, κράτος κτλ.; Είναι φανερό πως δε σημαίνει αυτό. Έχουμε λοιπόν δικαίωμα σ’ αυτή την περίπτωση να ονομάζουμε τη δημοκρατία μας σοσιαλιστική; Φυσικά και έχουμε. Από ποια άποψη; Απ’ την άποψη της απόφασής μας και της θέλησής μας να πραγματοποιήσουμε το σοσιαλισμό, να εξαλείψουμε τις τάξεις κτλ.

Θα συμφωνούσατε ίσως, σ. Κουστίσεφ, ν’ ακούσετε τη γνώμη του Λένιν πάνω σ’ αυτό το ζήτημα; Αν συμφωνείτε, τότε ακούστε:

“Δεν υπήρξε ακόμα, μου φαίνεται, άνθρωπος που αντιμετωπίζοντας το πρόβλημα της οικονομίας της Ρωσίας, να αρνήθηκε το μεταβατικό χαρακτήρα αυτής της οικονομίας. Κανένας κομμουνιστής δεν αρνήθηκε, μου φαίνεται, και το γεγονός ότι η έκφραση σοσιαλιστική σοβιετική δημοκρατία θα πει απόφαση της σοβιετικής εξουσίας να πραγματοποιήσει το πέρασμα στο σοσιαλισμό, και δε σημαίνει καθόλου ότι θεωρούμε τις νέες οικονομικές σχέσεις σοσιαλιστικές”.

Στάλιν τ.11, Απάντηση στον Κουστίσεφ, 28/12/1928.

Σημείο 5.
α) Ο λενινιστικός ορισμός της τάξης:

Και τι σημαίνει “κατάργηση των τάξεων”; Όλοι όσοι αυτοαποκαλούνται σοσιαλιστές αναγνωρίζουν αυτό σαν τελικό στόχο του σοσιαλισμού, αλλά δεν αναλογίζονται όλοι τη σημασία του. Οι τάξεις είναι μεγάλες ομάδες ανθρώπων που διαφέρουν η μία από την άλλη από τη θέση που καταλαμβάνουν σε ένα ιστορικά καθορισμένο σύστημα κοινωνικής παραγωγής, από τη σχέση τους (στις περισσότερες περιπτώσεις καθορισμένες και διατυπωμένες στους νόμους) με τα μέσα παραγωγής, από το ρόλο τους στην κοινωνική οργάνωση της εργασίας, και, συνεπώς, από το μέγεθος του μεριδίου του κοινωνικού πλούτου που κατέχουν και τον τρόπο που το παίρνουν. Οι τάξεις είναι ομάδες ανθρώπων, η μία απ’ τις οποίες μπορεί να απαλλοτριώνει την εργασία της άλλης εξαιτίας της διαφορετικής θέσης που κατέχουν σε ένα καθορισμένο σύστημα της κοινωνικής οικονομίας.

Προφανώς, για να καταργηθούν οι τάξεις πλήρως, δεν είναι αρκετή η ανατροπή των εκμεταλλευτών, των τσιφλικάδων και των καπιταλιστών, δεν είναι αρκετό να καταργηθούν τα δικαιώματά τους στην ιδιοκτησία. Είναι απαραίτητο επίσης να καταργηθεί όλη η ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, είναι απαραίτητο να καταργηθεί η διάκριση ανάμεσα στην πόλη και το χωριό, όπως και η διάκριση ανάμεσα στους χειρώνακτες εργάτες και τους εργάτες του πνεύματος. Αυτό απαιτεί ένα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα. Για να το πετύχουμε αυτό πρέπει να γίνει ένα τεράστιο βήμα μπροστά στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, είναι απαραίτητο να υπερνικηθεί η αντίσταση (συχνά παθητική, που είναι ιδιαίτερα επίμονη και ιδιαίτερα δύσκολη να ξεπεραστεί) των πολυάριθμων επιβιώσεων της παραγωγής μικρής κλίμακας, είναι απαραίτητο να υπερνικηθεί η τεράστια δύναμη της συνήθειας και ο συντηρητισμός που είναι συνδεδεμένα με αυτές τις επιβιώσεις. 

http://www.marxists.org/archive/lenin/works/1919/jun/28.htm

β) Για μια θεωρητική προσέγγιση της σχέσης μεταξύ των εννοιών “ανταγωνισμός” και “ανταγωνιστική αντίθεση” βλ. τη μπροσούρα An attempt to discuss “antagonism” and “antagonistic contradictions”.